Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Θυμίζεις κάτι από παράδεισο

Ήμουν καράβι μες στην άβυσσο
Η οσκουριά μιας σιδεριάς
Όποτε έλυσα την άλυσο
με συνετάραζε ο βοριάς

Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
Χαμένος ήμουν για καιρό
Είχα ξεχάσει το ενδιάμεσο
απ’ το πικρό και τ’ αλμυρό

Είσαι τ’ αστέρι που ονειρεύτηκα
κι ας ήμουν πριν να ’ρθεις τυφλός
Από τα χνάρια σου μαγεύτηκα
και ξαναγύρισα στο φως

Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
ανεμελιά μιας αγκαλιάς
Μοσχοβολάς απ’ το ενδιάμεσο
σαν τους καρπούς πορτοκαλιάς

Ο ουρανός σ’ ένα πουκάμισο
η αρμονία που φοράς
Μαζί σου έφυγα απ’ την άβυσσο
πάνω σε κύματα χαράς

Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
η μυρωδιά μιας φορεσιάς
που δραπετεύει απ’ το παράθυρο
μες στους λυγμούς μιας κερασιάς

Είσ’ ένας γλάρος μεσοπέλαγο
η μυρωδιά μιας αγκαλιάς
Θυμίζεις κάτι από τ’ απέραντο
και το οικείο αντανακλάς

Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
Ήμουνα πριν φανείς τυφλός
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
μέσα στο γνώριμό σου φως

Θυμίζεις κάτι από παράδεισο



24-4-2001, 10985 & 24-1-2002, 11260
26-1-2002, 21:30 - 24:00, 11262
27-1-2002, 00:00 - 00:30, 12:00 - 14:55, 11263

Σημείωση:
Μην προσπαθήσετε να τού προσθέσετε μουσική. Το έχω ήδη προσαρμόσει πάνω σε μουσική.
Ελπίζω μόνο να το ακούσετε κάποτε!

Δυσεύρετη Αφαία

Πάει, φεύγει ο καιρός
την πνοή μας που έπαιρνε
ψηλά η φωτιά
Που τ’ αστέρια μιλούσαν
κι οι φωνές οδηγούσαν
πνεύματα ορφανά

Πάει, χάθηκε ο λώρος
πάει, έσβησ’ η αφή
κι όλα απέγιναν τώρα
αμυδρή επαφή

γιατί είμαστε πια ξεχασμένοι
μες στο Σύμπαν χαμένοι
και τη νύχτα ζητάμε το φως
μα εκείνο που δεν μας ζεσταίνει

2001. 4-2-2002, 11271

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ωδή στον Τρίτωνα

Μια γαλανομάτα θεά στην αρχή
σε ευρήκε στην τύχη και σε πήρε κοντά της
- Το εξεύρει πως δεν είναι θεά
μα για κάθε μικρότερο ον καθ’ έν μεγαλύτερο
είναι θεός λόγου χάριν

Μία γαλανομάτα -λοιπόν- θεά
σε πήρε κοντά της γιατί σε συμπάθησε
κι έτσι εντρύφησες στο είδος τους
όχι σαν δόκιμος θεός -αφού δεν είσαι-
μα αξιαγάπητος ανάμεσά τους
γιατί σκεπτόσουν και δρούσες με τρόπο ίδιο μ’ αυτούς

κι είναι για κείνους προσόν
το να μπορείς να εκφράζεσαι στον κώδικά τους.

Οι ομοιοί σου σιγά-σιγά άρχισαν να σ’ απορρίπτουν

γιατί ποτέ κανείς μικρός δεν πίστεψε
πως δύναται ποτέ να γίνει τάχα σπουδαίος --
και τα νύχια τους έβγαζαν
και ενέδρες σού έστηναν για να φοβάσαι

Ο φόβος είναι το ορμητήριο των μικρών
Καταφύγιο όμως μαζί κι η φυλακή τους
Η καλλιέργεια, η διασπορά κι η έκφρασή του

Ζήλεψανε, βλέπεις, την τύχη σου
και μιας και πίστεψαν πως είναι σπουδαίοι
την ζήλεια βαφτίσαν σπουδαία

Η αυτοϊκανοποίηση τού ηλιθίου
περιφρονεί κάθε Μέτρο και Δίκαιο
και αυτοδικαίως καταργεί κάθε Κρίση
Μην φοβάσαι: ο εκφοβίζων
θα φύγει απ’ τον φόβο του
και θ’ απολαύσεις αυτό που σου ανήκει
Εσύ γνωρίζεις τον Θεό
και θα τού μιλήσεις όπως προσήκει

Μην φοβάσαι τον Δαίμονα που σου στήνει παγίδες
Μην φοβάσαι κανέναν Θεό
που τ’ αποπατήματα των ομοειδών σου αποδίδει σε σένα
-μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν
και χάνουν συχνά επεισόδια τού Κόσμου-
Μόνο κατώτερα όντα τους ονομάζουνε τέλειους
ανεπιτυχώς προσπαθώντας να αυτοπεπειστούν
πως δεν αξίζει προσπάθειά τους καμμιά
εφόσον τέλειοι είναι μόνο οι θεοί
-ως εκ τούτου: εκείνο που οι ίδιοι δεν είναι-

Υπάρχουν άνθρωποι που θα σου δώσουν
ακόμα και να φας για να σε πονέσουν
Κι ας τους νομίζεις Θεούς,
Μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν

Μέσα στην περηφάνεια τους
ισοπεδώνουν κάθε τι αγαθό
που θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει
Κι οι Θεοί αμαρταίνουν, να ξέρεις!
Κι υπάρχουν εκείνοι που, ακόμα
μπορούνε να σε μάθουν να μιλάς
μα και άλλοι πολλοί που μισούν την φωνή σου

Όμως ετούτο αν μπορείς να θυμάσαι:
Είναι τύχη μεγάλη
στην αγκαλιά ενός Θεού
να μπορείς να κοιμάσαι
και η θύρα τού οίκου του να μένει ανοιχτή
για να να μπεις όταν μόνος σου θά ‘σαι

Και αν εχθροί σου σε κυνηγήσουνε
και αν οι κύνες ηγηθούν τού διωγμού σου
να θυμάσαι πως άμα σού κλέψουνε
δεν ήταν δικά σου
κι όσα πίσω γυρίσουνε
μπορεί πάλι να γίνουνε τμήματα τού θησαυρού σου

Να θυμάσαι: εκείνοι που εδώ λέω θεούς
στους γάτους δεν δίνουνε σημασία μεγάλη
Στο ίδιο είδος ανήκω εγώ μ’ αυτούς
Τρίτωνα, φίλε μου, όμως θα βρίσκεις εδώ
ανοιχτή την αγκάλη.


29-4-2000, 18:15 - …, 10625
30-4-2000, 10626


Τον τελειομανή γλυκύτατο Τρίτωνα δηλητηρίασε κάποια αρσενική τσατσά την 12η Μαΐου 2000, γεγονός τού οποίου είχα προαίσθημα στις 8 Μαΐου το οποίο δεν ευτύχησε να εμπιστευθώ.
Γλυκά μουστακόνειρα, καλέ μου Τρίτωνα, στον άλλον Κόσμο των γάτων που βρίσκεσαι τώρα!

Σημείωση: H Υδροχοΐνα θεά δεν ήταν ποτέ γαλανομάτα! Τα Σέβη μου, dear! Κακός φωτισμός.
Δεν ξεχνιέσαι, ούτως ή άλλως! Όμως -έλεος, δηλαδή- εσείς που φωνάζατε το αρσενικό γατί "Αθηνά" δεν είχατε "ξεφύγει" καθόλου?? Κάποτε σκέψου... Τι συμβόλιζε ο Τρίτωνας για μας τους δύο??

Τους ποιητές μην φοβηθείς

Τους ποιητές μην φοβάσαι
είναι σκιάχτρα ενάντια στ’ αρπαχτικά τής Αλήθειας

Τους ποιητές μην φοβηθείς
μπορεί νά ’ναι δολώματα για τρωκτικά της Αλήθειας
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ ιχθύες που ξέφυγαν τα δεσμά της συνήθειας
Είν’ ιχθύες που παγίδεψαν
μες στα ίδια τα δίκτυα τους τούς σφοδρούς κυνηγούς τους

Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ παρθένες που έγραψαν τα μικρά τους ονόματα
στον κρυστάλλινο θόλο ενός κόσμου που πάγωσε
με τα πρώτα τους χνώτα

Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ αστέρια που έπεσαν σ’ ακατέργαστο χώμα
Τους χτυπούν οι περίεργοι και τους καιν στην πυρά
μα εκείνοι δεν σπάνε

Τους ποιητές μην φοβηθείς
είναι σκιάχτρα ενάντια στους κυνηγούς τής Αλήθειας

Σε κάθε πράξη προβαίνουν αυθόρμητοι
Μες στο Σύμπαν χορεύουν μ’ εμφανή μαεστρία
Καθώς είν’ γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν τρομαγμένη λατρεία

Επενδύονται σχήματα,
Ιερή Γεωμετρία.
Γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν
τρομαγμένη λατρεία.

18-11-2001, 19:27 - 20:55, 11193.

Στ' ουρανού το χυμένο γαλάξιο

Τους κύκλους τους στενόχωρους τους δούλεψες
κι αντιμετώπισες τις λύπες
Στις πλέον άγριες φορτούνες βούλιαξες
με σκαρί όλο τρύπες

Στους πιο σφοδρούς τους καταρράκτες μούλιασες
και με φτερούγες νήπιες,
στην θύελλα τού Κόσμου ούρλιαξες
Τις καταιγίδες ήπιες.

(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)

Πολλές χρονιές επόρεσες αμοίραστος
μα με σκέψεις μειλίχιες
ξαναπάλαιψες δράκους ακούραστος
και συντρόφους δεν είχες

Τους σκύλους ξέφυγες αμύριστος
στις οσμές σου τις μύχιες
Ο έρως σου έλαθε αγύριστος
και μελαγχόλησες τις νύχτες

(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)

Βαθιά μας, μες στ’ όνειρο τού φαιδρού κεραυνού
την αλήθεια μας πάντα θα λέμε
κι ένα είναι το μήνυμα τού γαλάζιου ουρανού:
Στο χυμένο το γάλα δεν κλαίμε !


23-12-2003, 12:25 - 13:30, 11958.
25-12-2003, 17:13 - 17:48, 11960.
26-12-2003, 16:30 - 17:55, 11961.

Λυτρωμένη πυρά

Λυτρωμένη πυρά απ’ του πάθους τα καύματα
γεννημένη να κλαις απ’ τού Κόσμου τα θαύματα
Όταν ήσουν ψυχή μουρμουρούσες στα σύννεφα
Τώρα πού ‘σαι ζεστή τραγουδάς παντοδύναμα
και σ’ ακούν οι καιροί καθώς πάλλεις τα σήμαντρα
κι αντηχούνε τ’ αστέρια ως τ’ απάτητα σύμπαντα

Με μια τέτοια καρδιά ν’ αγαπάς τα υπέροχα
να κοιτάς τα ουράνια τα βαθιά αξημέρωτα
στους θεούς με τον Νου σου να μιλάς προσευχές
ό,τι θέλεις θα γίνεται, θ’ ανατέλλει ευτυχές
Σ’ ανωθεί προς τ’ αστέρια ο θεμέλιος βυθμός
σε λαμπρύνει η αυγή και τού Ήλιου ο Ρυθμός

Υπήρχε πάντοτε για σένα μαγεία
-η μεγάλη υπηρέτις και τού Κόσμου η υγεία-
να σου δείχνει τον δρόμο σε πρωτόφαντους τόπους
το πηδάλι ν’ αρπάζει μ’ απειράριθμους τρόπους
και βοήθεια να έχεις σε στιγμές ορφανές
μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές

Μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές
ένα χέρι θα στέκει πάντα εκεί αφανές
δείκτης δείκτη ν’ αγγίζει, να σε πιάνει απ’ τον ώμο
για να σου ψιθυρίζει της Αγάπης τον Νόμο

16-6-2001, 21:51 - 00:05, 11038

Φτηνή απομίμηση: Καρτεσιανά πεζοδρόμια

Περπατούσα κι οι σκέψεις πετούσαν
σε τοπία ανισόπεδα
Η εικόνα ξεμάκραινε πότε
μα και πότε μπροστά μου ένας τοίχος υπήρχε

Αχ! Αλοίμονο -σκέφτηκα-:
Όλοι τούτοι που έζησαν μες στους άκαρπους τοίχους
ευτυχία δεν είχαν, κι οι φόβοι τους
μεγαλώνουν στα όνειρα και γίνονται τείχη

και στριμώχνονται μέσα τους, στις γωνίες, αγωνίες
και παλμοί αχαλίνωτοι τα οστά τους συντρίβουν
συντονίζουν τα σίδερα, συμμαχούν τα τσιμέντα
και η φρίκη τρυπώνει μες στην κάθε κουβέντα

Υπερπετούσα τα τείχη με ψυχή κεφαλαία
μα εικόνες μου ήταν πεζά πεζοδρόμια

3-7-2001, 12:40 - 13:30, 11055

Την ημέρα που όλες οι μαργαρίτες

Την ημέρα που όλες οι μαργαρίτες τού Κόσμου
σ’ εσένα απευθύνονταν
είχες γίνει ο Ήλιος
και η νύχτα διαλύθηκε σε μυριάδες κομμάτια

Την γυμνή τους αλήθεια σαν είδες
αυτοκράτορας ήσουν τού Κόσμου
Λυγερά τα κορμιά ταλαντώνονταν
και χρυσάφι πλημμύρισ’ η Πλάση

6-2-2001, 00:20

Νά ’σαι ευκάλυπτος και Φως

Νά ’σαι ευκάλυπτος και Φως
νά ’σαι της Τύχης αδερφός
με μάτια μπρούσκα να γευτείς
όλη την έκσταση της Γης

Νά ’σαι ταξίδι και θεός
Νά ’σαι στην πρώρα τής νεώς
όταν στ’ αστέρια θα βρεθείς
τον Έρωτα να θυμηθείς

Νά ’σαι μολύβι και χρυσός
ηλιόλουστος και πλουμιστός
Στην εκπνοή μιας εκπομπής
μέσα στον Όλυμπο να μπεις

Νά ’σαι πικρός κι ευγενικός
κι απ’ το μεθύσι πιο γλυκός
Νά ’σαι αντέννα τής σιωπής
και καταπέλτης τής ντροπής

Νά ’σαι σφοδρός και τολμηρός
κι απ’ το φεγγάρι πιο τρελλός
κι άμα ποτέ σου απατηθείς
πιο ερωτικά να κοιμηθείς

Νά ’σαι τσουνάμι, κεραυνός
μιας πεταλούδας ουρανός
μες στον αφρό ν’ αναδυθείς
και στο βελούδο να ντυθείς

Είχα πολλά για να σου πω
Πήγα κοντά να τρελλαθώ
στην αλλαγή μιας Εποχής
στον Υδροχόο απ’ τους Ιχθείς…

4-12-2001, 11209, 18:30 - 19:25

Κύμα

Συ, αιώνια λάμψη των αρχαίων εικόνων
από τ’ άγρια κύματα μακρινών θαλασσών
Οι αμέτρητοι κάλχυλοι των ανεμώνων
όπως τα στροβιλίσματα των πλανητών
θά ’ναι μες στην αδιάλυτη ομίχλη των χρόνων
ο αιθέριος απόηχος αρχικών κραδασμών

Μες το άμετρον βήμα των σφοδρών κοχλασμών σου
στο ατέρμον πλατάγισμα γοργών ωκεανών
θά ‘μαι άτρεμον έρμαιον των διαλογισμών σου
και ευρεία εκπόρευσις, δέλτα ηριδανών
το ανεπανάληπτο κόσμημα των κυματισμών σου
και αστείρευτος χείμαρρος άστρων καινοφανών

Συ, αιώνια λάμψη των αρχαίων εικόνων
Ω! συ Κύμα τού Απείρου μεθυσμένον, ορμόν
μες στο Σώμα τού Κόσμου με το ρεύμα σιφώνων
μες στο Σώμα τού Κόσμου προς ταχύν καθαρμόν
γίνε ανάσα στα στήθη μου, χορηγός των κανόνων
αριθμός των αστέρων και πηγή των ρυθμών

7-7-2002, 21:45 - 23:10, 11424.

Ειλικρίνεια Κρυστάλλου

Ω! Κρυστάλλινα πρίσματα
αναλύσεις σοφών
Ω! Κοράλλια κρυστάλλων
μέσα σ’ Άμμο Αστεριών
Ω! Κρυστάλλινα πλοία
– ενυδρείου βυθός –
σε κρυστάλλου νερά
δρασκεδάζουν το φως
Παγωμένες εικόνες
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά

Κρυσταλλένιους φακούς
για τον ήλιο φοράς
σε δυο κρύσταλλα μάτια
που τον Κόσμο κοιτάς
Ω! Κρυστάλλινο, εκεί
κάθε βράδυ το Πάν
σαν κρυστάλλινη αυλή
που οι φόβοι σκορπάν
Πολιτείες κρυστάλλου
ζουν μεγαλοπρεπείς
σε βυθούς θαλασσών
με χοχλίες διαυγείς
Σε κρυστάλλινους κήπους
σφυρίζουν παιδιά
με κρυστάλλινους βώλους
που ηχούν λαμπερά

Ειλικρίνεια κρυστάλλου
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά

Ο Κρυστάλλινος Κόσμος
στο Στερέωμα ανθεί
κι ο Κρυστάλλινος Ήλιος
απ’ το πέλαο θα βγει
Τα κρυστάλλινα νέφη
ηλεκτρίζουν την γη
Ειλικρίνεια δροσιάς
Μια κρυστάλλου αστραπή

Ω! Τα κρύσταλλα θρύψαλλα
τόξα στους ουρανούς
και παιδιά με κρυστάλλους
και κρυστάλλων ηχούς
Με πηγαία νερά
η σπηλιά ενός βουνού
αρμονία κρυστάλλου
και το κρύο τού Νού

Με ραγδαία νερά
παγωνιά ενός κρουνού
ειλικρίνεια κρυστάλλου
ο αιθέρας τού Νού


8-10-1985, 5308, "Κρύσταλλο"
27-11-2001, 17:45 - 19:30, 11202
18-12-2001, 19:55 - 22:23, 11223.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Λεωφορείο 323

Θα ταξιδέψουμε και πάλι μαζί
νοσταλγία παιδική με καλεί
στον αμαξήλατο δρόμο τού απείρου
που ανοιχτός περιμένει τους ιππότες τού ονείρου

Ταξιδεύουμε πάλι μαζί
στο Δάσος να βρούμε ξανά τη ζωή
που ξεχάστηκε χρόνια πολλά
μες στης πόλης τη νεκρή αγκαλιά

Ταξιδεύουμε πάλι για κει
που η τύχη την ψυχή μου εξασκεί
στ’ ουρανού την καθάρια πηγή
που το πνεύμα απαλά μ’ οδηγεί

Οδηγός μου θα είναι ο χρόνος
κι επιβάτης θα είμαι πια μόνος
Στης πορείας τα πέρατα όταν θα φτάσει
το αδύναμο άρμα του θα χαρβαλιάσει

Την ψυχή τού οδηγού τότε σαν θ’ αντικρύσω
κάπου μες στην καρδιά μου βαθιά θα δακρύσω
γιατί στέκει ακλόνητη στις τύψεις τού δρόμου
κι είναι ατρόμητος δείκτης τού αγαθού και τού νόμου

Ταξιδεύουμε πάλι μαζί
σε μια υπέροχη ζήση που φαντάζει πεζή
ν’ απαντήσουμε ευθύς στης πορείας τα μάκρη
τής θαυμάσιας εμπειρίας το πολύτιμο δάκρυ

Στέκει αγέρωχο εκεί
που υπέροχη τύχη την ψυχή μου εξασκεί
δυνατό και ξεκάθαρο, γεννημένο εντός μου
ανεξίτηλο ορόσημο τής Γνώσης τού Κόσμου

Κι είναι τούτο που πιότερο -λες- με καλεί
απαράμιλλο χάδι και κοπέλας φιλί
σαν δυσπρόσιτος τόπος κι επουράνια πύλη
σε μι’ απρόσμενη πλάση, μαγική κι ερωτύλη

Θα σαλπάρουμε πάλι μαζί και ξανά θά ‘μαι μόνος
σε ταξίδι μακρύ κι οδηγός θά ‘ν’ ο χρόνος
Μια ζωή μαγική ως τού Κόσμου την Πύλη
νοσταλγία παιδική με καλεί πριν καεί το φυτίλι


8 > 9-1-1999, 23:45 > 02:15, 10148 > 10149.
Στους οδηγούς Γιάννη Γ. και Γιάννη Ζ. (14 έτη από τον θάνατό του)

Σφίγγα ίσον Ευάγγελος

Ευθεία ο Νόμος
Ελευθερία το Μέτρον
Ευνομία το Πνεύμα
Ευρυδίκη Αλήθεια, Εντελέχεια
Φως ίσον Άφθονος Κόσμος
Ελπίς, ίσον Κλέος
Ελπίς ίσον Νέος
Άγιος ο Θεός
Ιωδάν ίσον Έτυμον
Κλειώ ίσον Νεύσις
Αμφιον το Άτροπον
Οξύς ίσον Εύελπις
Εύελπις Μόρσιμος
Δαιτα ίσον Αέλιος
Ενιαυτός ίσον Πανδώρα
Δαν ίσον Λήθη
Θεοδότης ο Δατμονας
Ιχθύς Ποσειδών
Ιχθύς Τραγωδία
Το ίσον Όλος
Όμικρον Έμπειρον
Νους, το δις Έμπειρον
Ανκχ (το σχήμα) συν Γέφυρες ίσον Φτερούγες
1 + Φως ίσον Αφρόμορφον
Δις Κόσμος, Πολύτιμος
Άφθονος, Όμορφον
Όμορφον, δις Πόλος
Ρω ίσον Όμορφον
Νέμεσις Κρόνος
Πέλας Αέλιος
Κυανούς ο Αιώνιος
Χρόνιος Εύελπις Όλος
Spirit ο Φοινιξ
Φως, το δις Άφθονον
Ιερός + 1 = Πέρας
Οξύφλογον + 10 = Γνώσις
Πλάτων + 2 = Γνώσις
Πυθαγόρας + 1 = Έτυμον
Λανθάνω + 10 , Μανθάνω
Μηχανή + 10 = Ευάγγελος
Φάος + 100 = Χάος
Μυρρίνη Άχθονος, Ψυχή
Δικαιοσύνη ίσον Εύσημον
Ολόραμα ίσον Άγγελος
Σφίγγα ίσον Ευάγγελος

Ιδέα: 22-9-1998, 14:45, 10040.
Γραφή: 23-9-1998, 18:05 - 18:20, 19:00 - …, 10041.

19

 ΙΘ΄

Ήμουνα τού Ήλιου γιος
από μια εκλεκτή γενιά
και ανακάλυψα το Φως
σαν έγινα δεκαεννιά

Τον δρόμο μου φώτιζες
στην καρδιά μου φιλί
και την μοίρα μου όριζες
τής αγάπης σκαλί

Και το Φως ακολούθησα
πού ‘δα μέσα στα μάτια σου
Ήσουν Χάρη και πόθησα
τού κορμιού τα παλάτια σου

Ήσουν Χάρη και φύγαμε
στην φαιδρή Ιρλανδία
και κλεμμένοι κρυφτήκαμε
στ’ ουρανού την μαγεία

Και θυμάμαι τον άνεμο
να φυσά στα μαλλιά σου
αέρι τής Δύσης παράνομο
μού ‘παιρνε τα φιλιά σου

Και θυμάμαι τον φώσφορο
μέσα στην αγκαλιά μου
σα λαμπάδα και πρόσφορο
στην ζωή την παλιά μου

Απ’ τον κόλπο τής Σπέτσια ξεβράστηκα
στην αντιόχθη τού Πλάτωνα σ’ άλλον αιώνα
Στον ειρμό τού Φωτός μια ζωή θυσιάστηκα
κι είχ’ αδελφή γεννημένη στις Σπέτσες γοργόνα

Ιάνθη και Δάφνη, Χριστίνα και Χάρη
μορφές που συνάντησα σ’ όλ’ αυτά τα ταξίδια
ζείτε πάλι μαζί μου, απ’ το ίδιο φεγγάρι
αρπάζετε λάμψη, αναιώνια στολίδια

Θα θυμάμαι τα μάτια σου που βρήκα στα βάθη
φωτεινά να με δείχνουνε σε απρόσμενη δίκη
Το φεγγάρι ανέβαινε στων Ιχθύων τα πάθη
κι η ψυχή μου κατέβαινε σ’ αποτρόπαια νίκη

Κι από τότε σαν σήμερα συναντώ στην ζωή μου
όλ’ αυτά τα κορίτσια που μου δίνουνε θλίψη
Χάρη ‘σουν το πι’ όμορφο άνθος μες στο πρωί μου
Νοσταλγώ την χαρά σου πού ‘χει τόσο μου λείψει

Από τότε σαν σήμερα θυμάμαι τα μάτια σου
το κορμί μου που τό ‘καψαν σα δαφνόφυλλου σώμα
και το Φως που ανακάλυψα στα καθάρια διαμάντια σου
στην αυγή τού δεκάτου-ενάτου αιώνα


Στην Harriet Westbrook

Στίχοι 1-4:  29-11-1998, ~23:30, 10108, Σπάρτη
17-1-1999, 19:30 - 23:10, 10157, Αθήνα

Ηδύτατο Θέλημα

Το πλέον παράξενο ήταν πως τον τόπο ετούτο τον είχα γνωρίσει
σε μια απροσδόκητη επίσκεψη μες στ’ όνειρό μου
στο οποίο πετούσα πάνω απ’ τον χώρο, πού ‘χα τώρα γυρίσει
κι η ψυχή μου φερόταν στις φλέβες τού ανέμου

Κι ήμουν πια τώρα εκεί ψυχή τε και σώματι
το ρόμβο φορώντας των φυγάδων τού απείρου
κι η ψυχή μου ταξίδευε στα πελάγη ασώματη
καθώς όπως στεκόμουν στην στέγη τού ηδύτατου ονείρου

Μες στον άφθονο Ήλιο την Δάφνη ανακάλυψα
και πήρα απ’ το σώμα της χιλιάδες φυλλιά
στο δοχείο τής Ψυχής μου με δέος τα κάλυψα
και το βράδυ τα έριξα μονομιάς στη φωτιά

Ιερέας τού Απόλλωνα σε μι’ απρόσιτη Πλάση
που δεν πρόφτασε ακόμη την ζωή να γιορτάσει
μες στο Φως περιμένοντας να δει καθαρά
της Ιέρειας τα χρώματα μες στην πρώτη χαρά

Μες στα χέρια μου κράτησα γατί μαγικό
κι είδα μέσα στα μάτια του, σε βυθό μυθικό
την πλέον θαυμαστή τού ρόμβου ανταπόκριση
σ’ έναν τόπο ασύλητο, όπου θέλημα λεν το κρασί


7-2-1999, 09:00 - 11:15, 10178
Για γεγονότα που έγιναν στις 2 & 3-6-1997 στο Ίσαρις

2138

Πετούσα μες στ’ όνειρο
κι η ψυχή μου σταμάτησε
σε μια δομή γραφική σα ναό
πού ‘χε στα πλάγια χαραγμένο:

«2138»

Ευχαριστώ τον Θεό
γι’ αυτές τις πτήσεις
μ’ ανεπαίσθητους τρόπους
στο γαλάζιο νεό
τις μικρές ζωντανές απαντήσεις
στης μαγείας τους τόπους
με τους άγραφους νόμους
στους ελεύθερους χρόνους

Στον άνεμο ανάλαφρα πλέοντας
με χέρια ανοιχτά σαν ουράνιος λεόντας
και παλάμες πρηνείς
ορθός, αλεξίπτωτος και προσηνής

Το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα ενωμένα
επάνω στο χέρι τού ανέμου φερμένα
εποπτεύουν τον κόσμο αγγέλοντα
την ειρήνη στον αγέρωχο μέλλοντα

Στου Συγκόσμου την ακτή γεννηθήκαμε
με φτερούγες ευλύγιστες
απλωμένες στον άνεμο
σαν κλαδιά ριζωμένα στον χρόνο

Ελεύσονται καιροί της Αγάπης
στην αγκαλιά της αστράπης
και τής Γνώσης οδοί
στην ηδύτερη ωδή

κι είναι τούτη η ελπίδα
στ’ ουρανού την ασπίδα
κάθε εμπόδιο θ’ αρθεί
και το Πνεύμα θα ‘ρθεί

με φτερούγες ανήλικες
κι όμως έμπειρες, δες!
πως τής γνώσης οι κύλικες
ξαναγίνονται ωδές

και πετούν στο διάστημα
μ’ ένα νέο ανάστημα
φωσφορίζουν γραμμές
στ’ ουρανού τις δομές



13-6-1998, 02:07, 22:50 - 00:20, 9939 - 9940
9-7-1998, ~15:00 - 16:07 , 9965

Το έτος 2137 γίνεται η σύνοδος Δία - Ποσειδώνα στο ζώδιο τού Τοξότη.
Θα ήθελα να ξαναγεννηθώ γύρω στις 24 Μαρτίου 2137 στην ακτή τού Συγκόσμου.
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 2138 σχεδόν όλοι οι πλανήτες από Αφροδίτη έως Πλούτωνα
βρίσκονται σε κατάλληλες θέσεις. Ποιοί άραγε θα γεννηθούν στις 7 ή από 11 έως 17?