«Είσαι ο μόνος που αμάρτησε!»
:Η φωνή του δασκάλου
ελεγκτική αντηχούσε μέσα -λες- στο κεφάλι του
ξανά και ξανά
κι έτσι τότε κι αυτός
αποφάσισε
ν’ αμαρτήσουνε κι άλλοι
Τού τό είπε ο δάσκαλος / πως δεν κάνει για τόξα
αλλ’ αυτός αχαλίνωτος / πορωμένος για δόξα
Μες στο νου του είχε τρύπα / πιο βαθιά κι απ’ τον πόντο
κι ότι τού ‘λεγες έπεφτε / στο κενό και στον βρόντο
Το κρατούσε στον δάσκαλο / που τον έθιξε πόσο
σαν παρθένα αδιάπυρη / τού ‘χε μπει «μόνο τόσο»
Όταν ήρθε ο κλήρος του / να ορίσει τον στόχο
μαλακίες αμέτρητες / κι όλοι πέσαν σε βρόχο
Σημαδεύανε αλλού / ‘τι διττές οι οδηγίες του
και τα βέλη ξεστράτισαν / και με τις ευλογίες του
Του το είπε ο δάσκαλος / να μην είναι κρυψίνους
μα εκείνος συντάχτηκε / με σκολιούς και κρετίνους
Με μια τέτοια μεθόδευση / τώρα πλέον μπορούσε
να τους πει πως αμάρτησαν / αφού τόσο μισούσε
και κανείς δεν κατάλαβε / τι σκολιότης τον είχε
κι από τότε κατάφερε / που και που και υπερείχε
Έτσι τότε αποφάσισε / να το κάνει τσιτάτο:
«αμαρτίες αν δεν είχατε / θά ‘στε τώρα εδώ κάτω?»
Κι όλοι τότε απόρησαν / από που η βεβαιότης
και εκείνος επέσπευσε / να φανεί ως θεότης
κι ήταν τόση η επιτήδευση / που τους θάμπωσε όλους:
«οπόταν έθεσα εγώ τους στόχους / τους επέτυχα όλους»
Τους δικούς τους τους στόχους ψιθύρισαν / οτι είχε πετύχει
τα δικά τους τα βέλη ενίοτε / για δικά του επεδείχθη (ισχυρίσθη)
και του είπε ο δάσκαλος / «Να ‘ν’ η νίκη δική σου
μην μειώνεις τους άλλους / ν‘ ανεβεί η τιμή σου»
και τον δάσκαλο χτύπησε / όπως κι όταν μπορούσε
μα στα σκέλια εμάζευε / την ουρά, δεν κοτούσε…
και την έπαρση σήκωσε / ψηλά σαν σημαία
και Θρησκεία την έκανε / της Σοφίας σιαμαία
Κι είπαν κάποιοι πως «αν / άλλη μια ερμηνεία δεν χωρούσε
τότ’ εκείνος ο Διάβολος / πως και θα λειτουργούσε?»
Και τους είπε καθάρματα / κι αριστεροφασίστες
γιατί κάποιοι τον πίστεψαν / και τους έχρισε «μύστες»
και σκεφτήκανε κάποιοι / «μας ονόμασε όναγρους
μέλλοντα ολοκαυτώματα / αλλά και αμαυρόμαυρους…»
κι όταν ήρθανε κι άλλοι / να τους κάνει συν-δούλους
«Ασπασθείτε πρωκτόκωλον» / τους απήτησ’ υπούλως
και εκείνοι δεν ξέρανε / τι ‘ναι τρομοκρατία
αμαρτίας επίκληση / άμα τηι ευκαιρίαι
και δεν τό ‘χαν γι’ αμάρτημα / να φιλήσουν και κώλους
μα Εκείνος Το Εδήλωσε / και τους τάπωσε όλους
Και κανείς δεν ετόλμησε / ν’ αντιδράσει απ’ το πλήθος
τα κρυφά τους τα ήθη / έτσι ονόμασαν Ήθος
Και το ήθος σεβάστηκαν / αχ! με πόση τρομάρα!
τις κρυφές τους συνήθειες / τις κατήπιαν γαργάρα!
Και τους Είπε: είμαι πλέον / απ’ όλους σας ο πιο Γηραιός
Από τούδε θα λέγομαι και ο πιο Ιερός
και κανείς δεν κατάλαβε / ποιο θα ήταν το κέρδος
μα γι’ αυτούς «Ιερός» / ήταν μόνος ο κέδρος
Και τους Είπε «αν θέλετε / να σβηστούν οι αμαρτίες σας
αρνηθείτε ό,τι έχετε / και τις περιουσίες σας»
Και ιδρύθηκαν έτσι / παντού μοναστήρια
και γεμίσανε όλα / από μαλακιστήρια
που ποτέ τους δεν βρήκανε / ηδονή σε μουνί
κι έτσι όλα κατέληξαν / να βρεθούν στη μονή
Έτσι εύκολα πια / επεχειρήθη το Σχέδιο
αφού έγινε ο κόσμος / ηθικό ναρκοπέδιο
Μη! εδώ, μη! εκεί / και στο τέλος μονάχα
οι «μυημένοι» εγνώριζαν / πως να βγουν απ’ την φάκα
Για την πίστη όλα γίνονταν / τού χρυσού -εννοείται-
μα κι αυτό το παράλλαξαν / «τού Χριστού» πια καλείται
The goods in havens
Ούτως και «τα εμπορεύματα / τα καλά στα λιμάνια»
τά ‘παν «θεούς στους ουρανούς» / και τους καίνε λιβάνια
Τότε εκείνος Ελάλησε / με βοή υπηκόου
Βοή θεία την ονόμασε «θαύματος», / κάποιου άγνωστου ογδόου
μα εκείνοι δεν ξέρανε τι ‘ναι τούτο το «θαύμα»
μέχρι τότε γνωρίζανε τι ‘ναι μόνο το καύμα
που τους κάναν στα υπόγεια / τα μουχλιασμένα
με τα hieρα (σίδερα) / τα διαπυρωμένα
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού γείτονα / μην και σας συνεπάρουν»
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού Δαίμονα / μην και σας συνεπάρουν»
Και εκείνοι το πίστεψαν / γιατί αλλιώς θά ‘ταν άπιστοι
και το καύμα περίμεναν / ως «Αντίχριστοι» άχρηστοι
γιατί στον άπιστο ετούτον κόσμο και τα βασανιστήρια
πρέπει πάντα να φαίνουν ως νά ‘ταν εξαγνιστήρια
…και «εξαγνισμός» να σας πω «διά πυρός» πως σημαίνει
τού «θεού» προσημείωση, / ράβδος διαπυρωμένη
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν παλμούς
και τους είπανε όρθρους και τους είπαν ψαλμούς
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν δονήσεις
και ο Διόνυσος έγινε «Άγιος Διονύσης»
κι ευλογήσαν τα γένια τους και την πέσαν στη μάσα
κι απ’ το αίμα βαφτήκανε και τα είπανε ράσα
«Σκληρόν προς κέντρον λακτίζειν»
και τον κέδρο «κεντρί», τα κοτόπουλα «οψάρια»
κι όλα πλέον γεινήκανε απομεινάρια
τους ορφνούς ορφανούς και τις άρες κατάρες
και κανείς πια δεν ξέρει παρεκτός κουταμάρες
It’s hard kicking against the goad
τον Νώε «Γνώστη», τους ψευδείς «μοναχούς»
την βουκέντρα «θεό», τους ευγενείς «εθνικούς»
και «μαρτύριο» την βάσανο, την σιωπή «μαρτυρία»
και τους Μύστες τούς ρίξανε μες στα θηρία
«σωτηρία» την απώλεια, το ολοκαύτωμα «θαύμα»
και κανένας δεν ξέρει τι ήταν τότε το καύμα
Κι η φωνή τού δασκάλου έχει πια ξεχασθεί
αυτού πού ‘πε «Ό,τι έχει χαθεί
μην τ’ αφήνεις να σβήσει κι έτσι να μαραθεί
Όποιος ξέχασε ίσως ξανά θυμηθεί»
Κι η φωνή τού Δασκάλου έχει μείνει συντρίμμια
γιατί τον διεσπάραξαν τα σκυλιά και τ’ αγρίμια
Κι η φωνή του Δασκάλου έχει γίνει αχός
γιατί είναι σκληρόν εν αμαρτία(ι) μοναχός
13-6-2001, 21:00 - 00:46, (14-6-2001)
Αυτό το ποίημα το κυκλοφόρησα σε μια διαδήλωση (μετά συναυλίας, αν θυμάμαι καλά) στην Αθήνα σε μορφή φωτοτυπίας Α4. Λίγον καιρό αργότερα βρήκα ένα άρθρο σ' ένα φυλλάδιο των μαρτύρων τού ιεχωβά με τίτλο "Ηθικό ναρκοπέδιο". Να τους ευχαριστήσω για την λογοκλοπή (plagiarism)! Και μην μού πει κανείς οτι τα εμετικά δίκτυα των χαφιέδων τού γιαχβέ δεν είχαν διακινήσει την πληροφορία...