Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

«Τού κόσμου τού ανθρώπινου»

Ανακαλύψανε πως είχανε πονόδοντο
του κόσμου του ανθρώπινου οι τσατσάδες
γιαυτό και δεν μπορούσανε -λένε- ν’ αγιάσουν
Στα χρόνια των μεσουρανούντων άθλιων
θα διαλαλούσανε ψευδώς και επιμόνως
τού γεγονότος την αποσπασματικότητα
Ξανά θα απαιτήσουν την αγάπη μας
θα προσπαθήσουνε σκληρά κι απάνθρωπα
την ελεημοσύνη μας για ν’ αποσπάσουν
συνήθως με την βία
Το καλό κακό θα το πούνε πάλι
και το κακό καλό
«Αχ! Τι καλό που είναι το μπουρδέλο μας!»
τα λόγια τους θα λένε
Τον οίκο τους παινεύουνε και πάλι
απελπισμένα ελπίζοντας πως δεν θα τους πλακώσει
στην ώρα τής κρίσεως
που τόσο εξορκίζουν και φοβούνται
απάτες ξεστομίζοντας τού τύπου:
«μήποτε κρίνετε διά να μην κριθείτε»
και διαταγές στους υπολοίπους θα δίνουν
αυτοί που το «πρέπει» μισούν
και τις διαταγές κατακρίνουν

Αυτοί που σας λένε: «μην κρίνετε»
τού υπουργήματος άκριτοι κληρονόμοι θέλουν να γίνουν
αυτοδικαιωνόμενοι ανάξιοι
τού νόμου τής ζούγκλας αρχικελευστές
αρχικακούργοι

Για κάθε έγκλημα υπάρχει μια δικαιολογία
συνήθως τού κώλου
και οι υπαίτιοι τις δικαιολογίες τους αλλάζουν συνέχεια
κατασκευάζοντας άλλες ανάλογα με την περίσταση
προκειμένου να φαίνονται αμέτοχοι αθώοι
μα η απελπισμένη βιασύνη τους για μια δικαιολογία
είναι το υποκατάστατο τού αισθήματος ευθύνης που θά ‘πρεπε να έχουν
το αίσχος να μην διαπράξουν
αφού κανένα δίκιο δεν είναι τόσο μικρό
ώστε να σε οδηγήσει στο έγκλημα

- «Τόσο μεγάλο είναι το δίκιο?»
Όχι και τόσο! Περισσότερον έτι! -

Κι άλλες φορές χωρίς καν αυτά τα προσχήματα
τιμωρούς δικαστές τους δολοφόνους βαφτίζουν
και τους μωρούς εκδικητές υπουργούς τής κυβέρνησης
- κάποιες ακόμα ατέλειες στον οίκο τού κόσμου
του ατελή, τού ταπεινού, τού ανθρωπίνως αδύνατου -
Κάποιος θα πρέπει να διαλύσει, λοιπόν, τα υπουργεία σας
αφού, ωσάν μωρές παρθένες, δεν γνωρίζουν το ΕΡΓΟ
Εμείς δεν θα ζητήσουμε μερίδιο καταστροφής
τό ‘χουμε δει, το μάθαμε το έργο
Συντελείται αργά στα μυαλά σας
στερείστε κατανόησης και δεν το βλέπετε
Ξέρετε μόνο να ξεγλιστράτε
ν’ αμολάτε μελάνι, να εκλύετε ψεύδη
και να εκφράζετε στοιχειά και δαιμόνια
λειτουργοί των τσατσάδων
όλα να τα παρουσιάζετε ως ορθά
όλα να τα εγκρίνετε
εσείς που «δεν κρίνετε»
όταν τής ύπαρξής σας η κυβέρνηση σήπει από πάνω ως κάτω
Από καιρό σε καιρό ξεγλιστρώντας (από καιρού εις καιρόν ξεγλιστρώντας)
σ’ όλα εκείνα που επιβάλλονταν υποτασσόμενοι
αυτό που τώρα αναθεωρήσατε ως αποσπασματικό
ήτανε τότε το σύνολο
Ελεεινά σκουλήκια σερνόσασταν άθλια
στα τσούλια λειτουργών αρχιερόδουλων

Από καιρό εις καιρόν τα σκουπίδια τού χρόνου
επιδίδονται εις την ανάπλασιν τής ιστορίας
στην πλαστική εγχείρηση τού παρελθόντος τους
γιατί το πρόσωπό τους έχει από καιρό σαπίσει


(το πρόσωπόν τους γαρ από καιρού σεσπός)
18-2-1998, 23:35  &  19-2-1998, 10:10. 9824 & 9825

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

1999: Άρης στον Ζυγό, κατά προτίμηση ανάδρομος -ή- «Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες στην Ινδία μας»

Βάρβαροι βαρβάτοι
παίζουνε μπάλλα
με των Ινδών τα κεφάλια
κι η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που μολυσματική πνοή εκκενώνεται
και το σκαμμένο κόκκαλο των πόλεων υψώνεται
σε πολυώροφες σπηλιές
-μελανές πινελιές
στην παλέττα τού Κόσμου δοκιμές
τού Ζωγράφου η Θελεηση
θα εισακούσει την Δέηση
και θα εφαρμόσει
τού πολιτισμού την επείγουσα ατέρμονη πτώση
κι όποιος γλιτώσει
απ’ την τρύπα τής Κόλασης
που σαφώς διευρύνεται
καθώς η ανθρωπότης πληθύνεται
κι από μέσα της χύνεται
το άχρηστο αίμα μιας ανέφικτης Κύησης
μιας ανέφικτης Μύησης
στη Ζωή που σφραγίστηκε
κι αναντίστροφα τεμαχίστηκε
σε ραβδογράμματα
και ιστογράμματα
κι οργανογράμματα
κι όλα τα «γάμα-τα»
ώσπου στην Γη να ευδοκιμήσει
πένθιμο κυπαρίσσι
που θα ‘ρθεί να επισφραγίσει
των ανθρώπων-νεκρών το ακόρεστο γαμήσι
από την γιαμαγκούτσι Ανατολή
ως την απύθμενη Δύση
από τα κόκκινα φανάρια τής πανάθλιας Μπανγκόκ
μέχρι και τα λευκά φανάρια τής φιλόσοφης Αθήνας
κι όλοι οι δρόμοι κλεισμένοι
η δίοδος απαγορευμένη
σ’ αυτό το Τρίτο Κύμα από κόκκινα φανάρια
και λευκά, μέσα στα ύστατα πιθάρια
τού κυνισμού
και τού κιναιδισμού
αυτού τού έκφυλου πολιτισμού

Μες στην ομίχλη τού μηδενισμού
θεωρία μαλαφράντζας ξεσηκώνεται
έν’ ακόμη παλούκι καρφώνεται
στην οσφύ τής προπατορικής σχολίωσης
μιας νυν και αεί αναβαλλόμενης ενηλικίωσης
μέσα στο όργιο τής επιβίωσης
το μυστικό τής αυξομείωσης
τής αφομοίωσης
καλά κρυμμένο
καμουφλαρισμένο
με φύλλα συκής και καννάβεως
στην αδυναμία τού Άρεως
η μαλαφράντζα τής ειρωνείας ξεσηκώνεται
κι η αλήθεια απογυμνώνεται
απ’ την αλήθεια
κι υποχωρεί μπροστά στην συνήθεια
ανάμεσα στα κακοήθη στήθια
στού βαράθρου τ’ απύθμενα βύθια
Tα κούφια βουνά απομακρύνονται
με κραυγές που εκκρίνονται
χωρίς ν’ ανταποκρίνονται
σ’ αυτά που συμφωνήθηκαν
στις γροθιές που συγκροτήθηκαν
σε Διεθνείς Οργανισμούς
για να καλύπτουν τους αφανισμούς
ν’ αποφασίζουν με αφορισμούς
να επιβάλλουν την ειρήνη με βομβαρδισμούς.
είναι αυτή η σύγχρονη απώλεια
μέσα στης ανθρωπότης την πρωτόλεια
την πρωτοεμφανιζόμενη πνευματική κλιμακτήριο
πάνω στης Γης το Καθαρτήριο.
του μέλλοντος το εφαλτήριο
χαρβαλωμένου ρολογιού το ελατήριο
ξετυλίγεται ανάποδα ο χρόνος
κι αποκαλύπτεται ο πόνος
σφηνωμένος άναιμος στην Μέση-τής-Γης
ηλιθιότης αμιγής
αδιαφορία κι ευφορία συμμιγείς
ο πόλεμος τής ευτυχίας είν’ εδώ
ο πόλεμος τής σκέψης είμ’ εγώ
και το μπορώ να εκραγώ
σε κανάλια να διαρραγώ
στης Βαβυλώνας τα στενά τα θορυβώδικα
τα βάραθρα τ’ απρόβλεπτα, τα εξώδικα
στης Θείας Δίκης το καθάριο
το κύλισμα τού Χρόνου το μακάριο.  
το ξεθαμμένο κόκκαλο, μακάβριο
υψώνεται στην τελική του ματαιότητα
αγγίζοντας την ανελέητη παντοτινή ηλιθιότητα
- τού ανθρώπου την γνωστή και ανεξίτηλη ταυτότητα -
καθώς η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που η σουλφουρική πνοή εκκενώνεται
ο πανάρχαιος δράκοντας αναπτερώνεται
κι η γη ανανεώνεται
με ανεξέλεγκτες δονήσεις
θανατηφόρος οργόνη απ’ τις πανάρχαιες κινήσεις
καθώς οι άνθρωποι τρελαίνονται
κι όλο γαμιούνται και υφαίνονται
μες στον ιστό τής παντοδύναμης πυρηνικής αράχνης.
όπως οι μύγες πριν την καταιγίδα
μοιάζει να μην τους έμεινε καμιά στην Γη ελπίδα
φαντάσματα τού χρόνου θα εξαφανιστούν
σαν τις σταγόνες τής πάχνης
η Αίτνα κι ο Βεζούβιος θα εξαγνιστούν
καθώς τα πέρατα τής Γης θα σκονιστούν
από την λάβα τής ακίνητης μα κι αεικίνητης εκείνης μάχης
κι η Ρώμη άρρωστη βαριά
μες στις παμπάλαιες ιερές ακολασίες
η Πομπηία ξαναγυρνά
με αχαλίνωτες νεοπλασίες
κι οι δρόμοι νεκροί, αγκυλωμένοι
μέσα στα κόκκινα φανάρια καβλωμένοι
ή στην ανύποπτή τους νύχτα κοιμισμένοι
κι οι ήπειροι καθρέφτες τού Κόσμου ραγισμένοι
κι οι αλήτες αρχηγοί των κρατών φοβισμένοι
- τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου.
τα πληρωμένα τους στόματα ποτέ μην ακούσεις, Φως μου -
τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου
μα ενοχλούμαι από τους φόνους, τους αφανισμούς
τις εκατόμβες, τους βομβαρδισμούς
απ’ των αμάχων τις σφαγές, τους ειρηνοποιούς αφορισμούς
το οργανωμένο έγκλημα, τους υποσχόμενους-δήθεν αφοπλισμούς
εκείνους τους βαρύγδουπους και υποκριτικούς χαιρετισμούς
κι όλους εκείνους τους απάνθρωπους πολεμικούς προϋπολογισμούς
των βεβαρυμένων στρατηγών τους παραλογισμούς.
Τους ενοχλούν οι αντιδράσεις τού κόσμου
μα εγώ ενοχλούμαι από τις πράξεις τού επισήμου υποκόσμου
- στα κοινοβούλιά τους ποτέ να μην εισέλθεις, Φως μου -

Salaam Bombay
κι εσείς φαβέλες τής Αργεντινής*
οι πύργοι των ναρκωτικών θα σωριαστούνε κάποτε νεκροί
Γεια σας κι εσάς, ω! ζούγκλες τροπικές τής Βραζιλίας
rainforests που ζείτε μακριά μες στην ομίχλη.
η λύτρωσή σας δεν αργεί!
Έχετε γεια νησιά τής Ιαπωνικής
ποιος να το ξέρει τι βυθοί θε να σας βρούνε…

1986: Το σημείο τής Αψίνθου Αποκαλύφτηκε
1989: Σφαγή των φοιτητών στην Πύλη τής Ουράνιας Ειρήνης
1993: Η Ινδία θρηνούσε αμέτρητα θύματα
1994: Οι Γέφυρες γκρεμίστηκαν στην Πόλη των Αγγέλων
1995: Η Πύλη των Θεών, το Κόμπε, παραδόθηκε στις φλόγες

Σαρανταπέντε φεγγάρια ακόμη

Salaam Βομβάη!
«Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες στην Ινδία μας»…
Θα ‘ρθούν???


6>>7-10-1995, 19:30 - 01:25, 8958>>8959
*Ξέρω τι σκέφτεστε, όμως το έγραψα έτσι μόνο και μόνο για την λέξη Argent

Πολλά κι ανεκτίμητα ευχαριστώ στην Ευφημία Μ. για το ταξίδι της προς το μέρος μου και το φαινόμενο Doppler που προκάλεσε με αυτήν της την πράξη (!)


------------------------------------------------------------
Σαράντα φεγγάρια ακόμη (...) (εγράφη: Οκτώβριος 2010)

«Man against man; Religion against religion. That‘s the way of the world, the way of India»*

Τα χέρια σου πλημμύρισαν φωτιά
όπως το θέλησες για να λουστείς απ’ την ενέργειά της
Είπες κακό και καλό πως είναι θεός ένας
όμως το πνεύμα σου ήρθ’ εδώ για ν’ απαιτήσει σεβασμό
για τον ανίερο και τον αδόξαστο
με γαληφιές στα φανερά και απειλές στ’ αθέατα

Οι δαίμονες που πίστεψες πως έρχονται στα σταυροδρόμια
για σένα μοναχά θα ‘ρθούν
κι αν το φοβάσαι στην γωνιά το βράδυ
μην σε στριμώξουν τα καθάρματα
είναι δαιμόνων πνεύματα γιατί ταΐζεις
Ήρθες για να μιλήσεις ή ν’ απειλήσεις
κι η λειτουργία σου υποτελείται στους διαβόλους?

Είσαι συντονισμένος κι ανοιχτός στο διάολο
η τύχη σου υποχείριο και πιόνι
μετέωρος από σκοινί σε αμολημένο ράουλο
καθώς αργοκατρακυλάς στου κάτω κόσμου το αφιόνι

Ένας παράφρονας ναρκισσευόμενος
που αυτοπαραμυθιάζεσαι
η δυσωδία σου πνεύμα θεού πως έχει

Τα εκτρώματα που κατοικούν μες στο κορμί σου
στον γείτονά σου τ’ αποδίδεις
και πιπιλίζεις το μυαλό σου με την μωρία σου

Τυφλοί σου υπήκοοι τα χέρια σου ομνύονται
πιστοί σ’ ανθρωποδίαιτους προστάτες
κρατούν το τελετουργικό κι αναδεικνύονται
της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού οι πρωτοστάτες

Στους ιερούς τους ποταμούς βυθίζονται
πίνοντας γάλα από φαλλόμορφα αγγεία
στις νεκρικές πυρές τους εξαγνίζονται
με κροκοδείλια δάκρυα να πλημμυρίζουν την Γαγγία

Άνθρωπος σ’ άνθρωπο, θρησκεία σε θρησκεία ενάντια
είναι ο δρόμος των γελάδων που έχουν τρελαθεί
Ήρθε η εκπλήρωση, των μύθων τής μή-βίας η κατάντια
Το μίσος που έμεινε απολέμητο κοντεύει να εκραγεί

Της αλήθειας η γλώσσα λανθάνουσα είναι
Το επιχείρημα τής αδερφότητας δεν μας καθιερώνει
κι όσοι λεν για τα δάχτυλα πως όμοια είναι
προετοιμάζουν την απώλεια που δεν ελευθερώνει

Όταν τα στόματα προσκαλούν πνεύματα άκριτα
η λειτουργία τού διαβόλου συντελείται
κι όταν τα δόλια βλέμματα υψώνονται απροκάλυπτα
η μεταμφίεση τής κόλασης επιχειρείται

Ω! τι ενέργεια φέρνει στον άγιο κύκλο σου
ο επιβήτορας με προσωπείο αρχαγγέλου
Είναι το Κάθαρμα που ενσαρκώνεται σε κύκνο σου
κάθε που αποφασίζεται η κάθοδος τού πεπταγγέλου

Τι να μας πουν οι υποκριτές, οι υποτιμητές, οι υποχθόνιοι
οι υποδαυλιστές και οι υπονομευτές δικαιολογία…
Την δόξα τού αδόξαστου ζητάνε δούλοι αιώνιοι
πυροδοτώντας κάθε χέρι, όπλο, αλέτρι προς την βία

Τι να μας πούνε τ’ απνεύματα, τ’ ανέμπνευστα στόματα
ξεγεννημένα στων ονείρων τους την δυσωδία
Αρχαίωνα έρμαια, σχεδόν έκπνοα στων μουσώνων τα χρώματα
τού Εγκέλαδου λεία, στην παγκόσμια ετοιμόρραγη Ινδία


11-8-1997, 02:35 - 03:45, 12:45 - 13:30, 9633

Γραμμένο για όλους τους Βουδδιστές, τους σατανιστές, τους Shiva-δεους,
τους Ινδόπληκτους, τους αποκρυφόπληκτους και τους δαιμονολήπτες

*Από το φίλμ «Queenie», βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο
«Queenie» (1971) τής Hortense Calisher (born Dec. 20, 1911)

Γελάει καλύτερα όποιος δεν κατάλαβε το ανεκδ(ιήγη/ο)το

Αυτό που ο γλάρος θεωρεί σαν καθαρό
δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που ο άνθρωπος θεωρεί ως τέτοιο
Τα ράμφη που κουράστηκαν να
σκαλίζουν μες στην λάσπη
των μολυσμένων ποταμών και των λιμνών ορυκτελαίων
Τώρα πετούν αγέρωχα στον γαλανό ουρανό
που
σε κάνει να κρυώνεις
και το ξεβαμμένο αλφικό σου δέρμα να πονά
εξαιτίας τής βρωμιάς που έχεις εξαπολύσει
σ’ όλα τα στοιχεία τής φύσης

κι ο γλάρος συνεχίζει να πετά
μέσα στον καθαρό ουρανό που σε κάνει να κρυώνεις
- και τα μάτια σου να επιζητούν το σκοτάδι -
μ’ έναν υγιέστατο στ’αρχιδισμό
χέζοντάς σε με τα ίδια χωνεμένα σκουπίδια
που τού ‘χεις αφήσει για τροφή
μέσα σ’ αυτόν τον αστικό βούρκο
που βουλιάζεις καθημερινά
- εμπλουτίζοντάς τον με το περίσσευμα τής καρδιάς σου -
και τρως απ’ τα δημιουργήματα, τα πλάσματά του

ο γλάρος συνεχίζει να πετά
φτύνοντας μέσα στον ρυπαρό σου βούρκο
και μόνο το ήσυχο νερό που τεμπελιάζει
γνωρίζει πόσο μπορεί να αναστατωθεί
κι ακαταδάμαστο να ορμήσει
μέσα στους βούρκους τού Αυγείου
κάτω απ’ τ’ αδιάφορα γαλάζια φτερά τού γλάρου


7-11-1995, 13:00 - 14:00, 8990

Χίλια Τετρακόσια Ενενήντα Δύο ( 1492 ), ή, Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι

Πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Το σκοτάδι κι η φρίκη σημαία σου
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου

Εξαργύρωσες την τύχη σου
πούλησες την λευτεριά σε σκλαβοπάζαρο
κι οι ερινύες κροτάλιζαν με ήχο μεταλλικό
μες στα σεντούκια που κλείδωσες τους φόβους-θησαυρούς σου

Ο άνεμος βουνό και το κύμα μαρτύριο
Αμπάρωσες τη νύχτα βαθιά μην την συντρίψει ο άνεμος
Ο ήλιος που αντίκρυζες είχε μια γεύση μεσαιωνικού δηλητηρίου
κι η απέραντη θάλασσα όψη πλουτώνιου καθαρτηρίου

Έψαχνες νέα γη να εξαπλώσεις τους φόβους σου
να θεμελιώσεις την καταστροφή σε χώρες μακρινές
Ισόβιος κατάδικος μες στην χολέρα τού μυαλού σου
Ταξίδεψες μακριά κι όμως την λύτρωση δεν βρήκες

πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Έκανες φλάμπυρο το σκότος και την φρίκη
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού πανάρχαιου θανάτου

Δεν πήρες άφεση από την κόλαση
ο άνεμος σφοδρός αλλά δεν φύσηξε μες στην ψυχή σου
Οι θεοί σου θεοί τής εκδίκησης και τού απόλυτου ένα
οδηγοί σου κωφάλαλοι απόστολοι, κήρυκες εγκληματίες τής ψυχής

Βάφτισες την κόλαση, ελευθερία
και την εκδίκηση, δικαιοσύνη
Μέσα στους υπονόμους τού μυαλού σου
μιγνύονται η λευτεριά με ήλιο μεσαιωνικό

Αρχαίωνους φόβους, σφαγές και εγκλήματα
μαρτύρια, θανάτους, φυλακές και απόγνωση
αρχέγονα ένστικτα, φθόνο κι εκδίκηση
πλούτο και σεξ κι υποταγή στο θεό γεμάτοι οι χάρτες σου
κι όμως η νέα γη που βρήκες δεν σημειωνόταν πουθενά

Με τελετή δεσποτική τον θάνατο ονόμασες ζωή
και τον απόλυτο θεό σου προσκυνώντας βάφτισες φως το σκοτάδι
κι αρματωμένος έτσι «φως», «ζωή» και μισαλλοδοξία
τ’ ανήμερα στοιχειά του Άδη κάλεσες να σε καθοδηγήσουν

Πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος

Ξεκίνησες να πας μακριά
πριν την αλήθεια νά ‘χεις βρει μες στην ψυχή σου
τα μεγαλοπρεπή ακαθάρματα δεσπότες τού μυαλού σου
κι οι φεουδάρχες τής ζωής εικόνα τού θεού σου

Στην ιερηεξέταση δικάζεις, στην πυρά καις τα παιδιά σου
τους μεγαλύτερους φιλόσοφους δολοφονείς
επικαλούμενος την παντοδύναμη ιερή άγνοιά σου
αρχαίε καρκίνε, ψυχής ακάθαρμα, δολοφόνε τής ζωής
θά ‘ρθει καιρός για το πτώμα σου, θα ‘ρθεί και για σένα η σειρά σου

Ιερά ακαθάρματα φαντάζουν μεγαλοπρεπή
κάτω απ’ τον μαρτυρικό ήλιο τού μεσαίωνα
Στον Τροχό τής Τύχης τώρα για πάντα βασανίζονται
για κάθε έγκλημά τους στο Ταξίδι τού Κόσμου

Στην ιερή-τής-ψυχής-τους-εξέταση ανακρίνονται
στο F.B.I. τού θεού τους τώρα σύρονται
με τα παιδιά τους σκοτωμένα και όμως ζωντανά
σ’ αυτό το γύρισμα τής τύχης μέσα στο φως τής λευτεριάς

Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
στους τόπους και στους χρόνους
που τα παιδιά τους ελεύσονται
δεν έθαψαν πίσω τους το μίσος

Τις νεκρές τους ζωές προσπαθώντας να γλιτώσουν
τον καρκίνο τής ψυχής τους κληροδότησαν θησαυρό στα παιδιά τους
Φοβερός θησαυρός, πληγή και σκιά μέσα στης λευτεριάς τον ήλιο
δηλητήριο φριχτό μέσα στον χώρο
που ελεύθερος θά ‘πρεπε την ζωή να προστατεύει
Το σκοτάδι κι η φρίκη ήταν σημαία τους
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου
στο τελεσίδικο τού κόσμου τους τώρα εγκλωβίζονται
στον ισοπεδωμένο κόσμο τους, οι ψυχές τους κι οι φόβοι τους ισοπεδωμένα
τής λευτεριάς ο ήλιος τώρα καυματίζει τις αρχαίες πληγές τους
και τα σάπια κορμιά τους συσσωρεύονται στο καθαρτήριο τού Χρόνου

Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
δεν νίκησαν μέσα τους το μίσος


29-5-1994, 00:00 - 02:20, 8463

Άτιτλο #1

Ταξίδεψα ως εδώ απ’ το άπειρο
την ομορφιά τού Κόσμου
να τραγουδήσω
μα αυτός ο ουρανός θαρρείς πως έβρεξε
συμπαντικά υστερημένους
με αισθητήρια νεκρά
και τις αξίες τού κόσμου σε πτώση
μες στα κενά τους μυαλά και σώματα-εξευτελή δοχεία

Κι έχω τόσα να πω
προτού την ομορφιά να τραγουδήσω
‘τι δεν προτίθεμαι να την πετάξω στα κοσμικά κοπρόσκυλα
που πάνω τους άστοχα λάμπει ο μεγαλόψυχος ήλιος
ξεπέφτοντας άστοχα
σ’ έν’ ακόμη πασίγνωστο ιδεαλιστικό του λάθος

Ποιο τάχα ανθρώπινο μεταμελημένο ρεμάλι
μέσα στον βούρκο του ανακαλύπτει τον ήλιο?
Τις άθλιες στιγμές του υπερασπίστηκε
θεωρητικολόγησε κατασκευάζοντας δικαιολογίες
τού κώλου οι κρίσεις κι οι αξίες του
τού κώλου κι οι αλήθειες που δήθεν ανακάλυψε
αναμασήματα υποκατάστατα αυτοδικαίωσης
ναρκισσευόμενος ηλίθιος βαθύτερα μες στην βρώμα βουλιάζει
παρασιτώντας στην θέρμη τού ήλιου
νομίζοντας πως τού κάνει την χάρη

Όσο υπέροχα ζεστά κι αν μας φωτίζει ο ήλιος
τους δίκαιους και τους αδίκους
στους άδικους χαμένο άδικα πάει το φως του


21-7-1997, 22:20, 9612

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Στην αμαρτία μοναχός (Εν αμαρτίαι μοναχός)

«Είσαι ο μόνος που αμάρτησε!»
:Η φωνή του δασκάλου
ελεγκτική αντηχούσε μέσα -λες- στο κεφάλι του
ξανά και ξανά
κι έτσι τότε κι αυτός
αποφάσισε
ν’ αμαρτήσουνε κι άλλοι

Τού τό είπε ο δάσκαλος / πως δεν κάνει για τόξα
αλλ’ αυτός αχαλίνωτος / πορωμένος για δόξα

Μες στο νου του είχε τρύπα / πιο βαθιά κι απ’ τον πόντο
κι ότι τού ‘λεγες έπεφτε / στο κενό και στον βρόντο

Το κρατούσε στον δάσκαλο / που τον έθιξε πόσο
σαν παρθένα αδιάπυρη / τού ‘χε μπει «μόνο τόσο»

Όταν ήρθε ο κλήρος του / να ορίσει τον στόχο
μαλακίες αμέτρητες / κι όλοι πέσαν σε βρόχο

Σημαδεύανε αλλού / ‘τι διττές οι οδηγίες του
και τα βέλη ξεστράτισαν / και με τις ευλογίες του

Του το είπε ο δάσκαλος / να μην είναι κρυψίνους
μα εκείνος συντάχτηκε / με σκολιούς και κρετίνους

Με μια τέτοια μεθόδευση / τώρα πλέον μπορούσε
να τους πει πως αμάρτησαν / αφού τόσο μισούσε

και κανείς δεν κατάλαβε / τι σκολιότης τον είχε
κι από τότε κατάφερε / που και που και υπερείχε

Έτσι τότε αποφάσισε / να το κάνει τσιτάτο:
«αμαρτίες αν δεν είχατε / θά ‘στε τώρα εδώ κάτω?»

Κι όλοι τότε απόρησαν / από που η βεβαιότης
και εκείνος επέσπευσε / να φανεί ως θεότης

κι ήταν τόση η επιτήδευση / που τους θάμπωσε όλους:
«οπόταν έθεσα εγώ τους στόχους / τους επέτυχα όλους»

Τους δικούς τους τους στόχους ψιθύρισαν / οτι είχε πετύχει
τα δικά τους τα βέλη ενίοτε / για δικά του επεδείχθη (ισχυρίσθη)

και του είπε ο δάσκαλος / «Να ‘ν’ η νίκη δική σου
μην μειώνεις τους άλλους / ν‘ ανεβεί η τιμή σου»

και τον δάσκαλο χτύπησε / όπως κι όταν μπορούσε
μα στα σκέλια εμάζευε / την ουρά, δεν κοτούσε…

και την έπαρση σήκωσε / ψηλά σαν σημαία
και Θρησκεία την έκανε / της Σοφίας σιαμαία

Κι είπαν κάποιοι πως «αν / άλλη μια ερμηνεία δεν χωρούσε
τότ’ εκείνος ο Διάβολος / πως και θα λειτουργούσε?»

Και τους είπε καθάρματα / κι αριστεροφασίστες
γιατί κάποιοι τον πίστεψαν / και τους έχρισε «μύστες»

και σκεφτήκανε κάποιοι / «μας ονόμασε όναγρους
μέλλοντα ολοκαυτώματα / αλλά και αμαυρόμαυρους…»

κι όταν ήρθανε κι άλλοι / να τους κάνει συν-δούλους
«Ασπασθείτε πρωκτόκωλον» / τους απήτησ’ υπούλως

και εκείνοι δεν ξέρανε / τι ‘ναι τρομοκρατία
αμαρτίας επίκληση / άμα τηι ευκαιρίαι

και δεν τό ‘χαν γι’ αμάρτημα / να φιλήσουν και κώλους
μα Εκείνος Το Εδήλωσε / και τους τάπωσε όλους

Και κανείς δεν ετόλμησε / ν’ αντιδράσει απ’ το πλήθος
τα κρυφά τους τα ήθη / έτσι ονόμασαν Ήθος

Και το ήθος σεβάστηκαν / αχ! με πόση τρομάρα!
τις κρυφές τους συνήθειες / τις κατήπιαν γαργάρα!

Και τους Είπε: είμαι πλέον / απ’ όλους σας ο πιο Γηραιός
Από τούδε θα λέγομαι και ο πιο Ιερός

και κανείς δεν κατάλαβε / ποιο θα ήταν το κέρδος
μα γι’ αυτούς «Ιερός» / ήταν μόνος ο κέδρος
Και τους Είπε «αν θέλετε / να σβηστούν οι αμαρτίες σας
αρνηθείτε ό,τι έχετε / και τις περιουσίες σας»

Και ιδρύθηκαν έτσι / παντού μοναστήρια
και γεμίσανε όλα / από μαλακιστήρια

που ποτέ τους δεν βρήκανε / ηδονή σε μουνί
κι έτσι όλα κατέληξαν / να βρεθούν στη μονή

Έτσι εύκολα πια / επεχειρήθη το Σχέδιο
αφού έγινε ο κόσμος / ηθικό ναρκοπέδιο

Μη! εδώ, μη! εκεί / και στο τέλος μονάχα
οι «μυημένοι» εγνώριζαν / πως να βγουν απ’ την φάκα

Για την πίστη όλα γίνονταν / τού χρυσού -εννοείται-
μα κι αυτό το παράλλαξαν / «τού Χριστού» πια καλείται

The goods in havens
Ούτως και «τα εμπορεύματα / τα καλά στα λιμάνια»
τά ‘παν «θεούς στους ουρανούς» / και τους καίνε λιβάνια

Τότε εκείνος Ελάλησε / με βοή υπηκόου
Βοή θεία την ονόμασε «θαύματος», / κάποιου άγνωστου ογδόου

μα εκείνοι δεν ξέρανε τι ‘ναι τούτο το «θαύμα»
μέχρι τότε γνωρίζανε τι ‘ναι μόνο το καύμα

που τους κάναν στα υπόγεια / τα μουχλιασμένα
με τα hieρα (σίδερα) / τα διαπυρωμένα

«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού γείτονα / μην και σας συνεπάρουν»

«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού Δαίμονα / μην και σας συνεπάρουν»

Και εκείνοι το πίστεψαν / γιατί αλλιώς θά ‘ταν άπιστοι
και το καύμα περίμεναν / ως «Αντίχριστοι» άχρηστοι

γιατί στον άπιστο ετούτον κόσμο και τα βασανιστήρια
πρέπει πάντα να φαίνουν ως νά ‘ταν εξαγνιστήρια

…και «εξαγνισμός» να σας πω «διά πυρός» πως σημαίνει
τού «θεού» προσημείωση, / ράβδος διαπυρωμένη

και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν παλμούς
 και τους είπανε όρθρους και τους είπαν ψαλμούς

και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν δονήσεις
και ο Διόνυσος έγινε «Άγιος Διονύσης»

κι ευλογήσαν τα γένια τους και την πέσαν στη μάσα
κι απ’ το αίμα βαφτήκανε και τα είπανε ράσα

«Σκληρόν προς κέντρον λακτίζειν»
και τον κέδρο «κεντρί», τα κοτόπουλα «οψάρια»
κι όλα πλέον γεινήκανε απομεινάρια

τους ορφνούς ορφανούς και τις άρες κατάρες
και κανείς πια δεν ξέρει παρεκτός κουταμάρες

It’s hard kicking against the goad
τον Νώε «Γνώστη», τους ψευδείς «μοναχούς»
την βουκέντρα «θεό», τους ευγενείς «εθνικούς»

και «μαρτύριο» την βάσανο, την σιωπή «μαρτυρία»
και τους Μύστες τούς ρίξανε μες στα θηρία

«σωτηρία» την απώλεια, το ολοκαύτωμα «θαύμα»
και κανένας δεν ξέρει τι ήταν τότε το καύμα

Κι η φωνή τού δασκάλου έχει πια ξεχασθεί
αυτού πού ‘πε «Ό,τι έχει χαθεί
μην τ’ αφήνεις να σβήσει κι έτσι να μαραθεί
Όποιος ξέχασε ίσως ξανά θυμηθεί»

Κι η φωνή τού Δασκάλου έχει μείνει συντρίμμια
γιατί τον διεσπάραξαν τα σκυλιά και τ’ αγρίμια

Κι η φωνή του Δασκάλου έχει γίνει αχός
γιατί είναι σκληρόν εν αμαρτία(ι) μοναχός


13-6-2001, 21:00 - 00:46, (14-6-2001)

Αυτό το ποίημα το κυκλοφόρησα σε μια διαδήλωση (μετά συναυλίας, αν θυμάμαι καλά) στην Αθήνα σε μορφή φωτοτυπίας Α4. Λίγον καιρό αργότερα βρήκα ένα άρθρο σ' ένα φυλλάδιο των μαρτύρων τού ιεχωβά με τίτλο "Ηθικό ναρκοπέδιο". Να τους ευχαριστήσω για την λογοκλοπή (plagiarism)! Και μην μού πει κανείς οτι τα εμετικά δίκτυα των χαφιέδων τού γιαχβέ δεν είχαν διακινήσει την πληροφορία...

Κατήφη(σι)ς

Όταν ήμουν σχολειόπαιδο
ο πατέρας μ’ επέπληξε
‘τι ο βαθμός μου είχε πέσει
στην ιερή προπαγάνδα

Ο ευτυχής παπαγάλος
πρέπει - λέει- να ξέρει
ολοσδιόλου «απ’ έξω»
κάθε στίχο τού ψέματος

να υπακούει εντελώς
να πιστεύει αηδίες
να εκτελέσει εντολές
που εκτελούν και τον ίδιο

Μιας και τό ‘πε ο μαλάκας
και μαρτύρησε υπέρ του και ο πρώτος ηλίθιος
πρέπει εμείς να πιστεύουμε
πως η γη δεν γυρίζει

Ο μπαμπούλας μας μήνυσε
το κεφάλι αν δεν κύψουμε
θα μας πλήξει η μάστιγα
και δεν θά ‘χουμε μέλλον

Μα κανείς δεν μας είπε
τι ‘ν’ αυτός ο «θεός» τους
Τι άθλιο δίχτυ είν’ αυτό
πού ‘χει αντιά μας στηθεί

Στην μπαρούφα επιδίδονταν
όλοι οι εμπνευστές του
Την μπαρούφα ευλόγησαν
και την είπαν «θεό»

Κι ο «θεός» τους μας χτύπησε
με λοστούς και με λίθους
Με ατάκες και πύραυλους
σκολιανά κι απειλές

Και δεν βρήκαμε άκρη
Το σκοτάδι λαβύρινθος
και μια πόρνη αριάγνη
μας προσφέρει ευνή

να το δει ο Αμάν της, να πει
«και στο σπίτι μου ακόμα
την γυναίκα μου θέλει
να πηδήξει ο άθλιος (τούτος)?»

Έτσι η πόρνη επιδίδεται
με σπουδή στις σπονδές της
κι η κενότης αγάλλεται
απ’ την πλέρια ηδονή

Κι εκτυλίσσει το νήμα της
σαν μια δόλια αράχνη
κι εγκλωβίζει στην τρύπα της
«θεό», τέλος κι αρχή

Αποστέρηση, έλεγχος επιθυμίας
διαπλάτυνση έννοιας «παρανομία»
απαγόρευση, άρνηση
και έπειτα ασύστολη η παροχή

είν’ ετούτη τού Τάο η οδός η αιώνια
που κρατεί με το άγνωστο και με την ειρωνεία
την κατάρα, τον τρόμο, τον αέναο πόλεμο
κι εντελώς εξεργάζεται την διαρκή Απειλή
(ανελλιπώς ετοιμάζοντας την διαρκή Απειλή)


29-5-2001, 22:00 - 00:33, 30-5-2001

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Ο χορός τού φιδιού

Το φίδι χορεύει μαγεμένο απ’ τον αυλό
κι ο διάβολος παίζει μουσική για να πλανεύει την σκέψη`
κορμιά που κινούνται χωρίς ρυθμό
σε μια κυκλική περιδίνηση
χωρίς εξέλιξη,
με τον μοιραίο προορισμό
της μη εξόδου,
καρκίνοι και σκορπιοί
που βουλιάζουν μέσα στα βρώμικα νερά
μιας ανεξέλεγκτης επιβίωσης
στοιβαγμένοι κι ασύνειδοι
φοβισμένοι παράφρονες
που τα κενά τους κουφάρια αποφασίστηκε
να μείνουν θαμμένα να δείχνουν την πορεία του χρόνου
Απολιθωμένα

Τόσο μίσος, τόσο άγιο αίμα
καταβοθρισμένο στην ζωντανή αντίφαση
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
Η άχρηστη δυσαρέσκεια στοιβαγμένη κατά στρώματα
πίνει μοναχικά τους δηλητηριώδεις χυμούς των καρπών της
στην υγειά του εαυτού της που πεθαίνει
στενάζοντας κάτω απ’ το αφόρητο βάρος
των αποτελεσμάτων της που συσσωρεύονταν προσθετικά με τον χρόνο

Κορμιά που χορεύουν άρρυθμα
την τυφλή άγνοια ζωσμένα,
το φίδι που τρώει την ουρά του και πεθαίνει
κουλουριασμένο σαν ζώνη γύρω απ’ την μέση τους
απελπισμένα βαστάζοντας το ασύλληπτο βάρος
του χιτώνα που ανεμίζει δίχως βάρος
αποκαλύπτοντας ό,τι υποτίθεται πως θά ‘πρεπε να κρύβει,
το ασύλληπτο βάρος τής ελαφρότητας
τής γυμνής τους συνείδησης που κείται ναρκωμένη
σαν ερπετό που γδέρνεται με πλήρη άγνοια
πάνω στην ασβεστολιθική σπονδυλική στήλη της Γης
σε κώμα πέφτοντας κάθε που η Υπέρτατη Συνείδηση του Κόσμου
μηχανεί το ανάστημά της για να μετρήσει την Γνώση

Και το φίδι συνεχίζει την καταστροφική του πορεία
με πλήρη άγνοια τής θανάσιμής του αντίφασης
χωρίς να γνωρίζει πως υπάρχει πορεία
- γιατί το ταξίδι δεν γεννήθηκε ακόμη -
επιστρέφοντας παντοτινά μες στην ατέρμονή του περιδίνηση
άπειρη κι αδιέξοδη
που οδηγεί ξανά σε τούτη την μεσαίωνη νύχτα
- που τα χρώματα της ίριδας δεν έλαμψαν ακόμη -
που η σκουριασμένη ζώνη του χορού
συνεχίζει να γλείφει με την διχασμένη της γλώσσα
το αιδοίο της μητέρας του Κόσμου
γεννώντας ακόμη εκτρώματα τέρατα
«πολιτισμένους»
άγγελους πεσμένους
με κομμένη την ουρά τους συνωμοτικά
με την δικαοσύνη τους πουλημένη στην άγνοια
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
- σ’ έναν κόσμο που η θεϊκή διόραση δεν έλαμψε ακόμη -

Εκεί το φίδι χορεύοντας προσπαθεί ν’ ανυψωθεί
χωρίς να μπορεί να υπερβεί την μοιραία ματαιότητά του
χωρίς να μπορεί να ενωθεί με το Σύμπαν
παρά μονάχα με τον θάνατό του
απελπισμένα προσπαθώντας συνεχώς ν’ αποπλανήσει
την φαντασία που εκπορεύεται εκ του Φωτός
μετερχόμενο πάντων αθλιότητας και δόλου
υπεκφυγής, υποκρισίας και ψεύδους
- σ’ έναν κόσμο που οι δείκτες τής ζωής δεν φανερώθηκαν ακόμη -
εκεί, το φίδι φυλακισμένο για πάντα
μέσα στο οικοδόμημα της Γης
μέσα στην ραχοκοκκαλιά της Σκέψης
μπορεί μονάχα να πλουτίζει την Συνείδηση
προσφέροντας την νεκρική του σωρό
σαν βάση για την Γέφυρα που οδεύει προς την Γνώση
Ο φύλακας Θωρ γίνεται στάχτη
για να περάσει ο ταξιδιάρης σεβάσμιος Δίας
κι ο παντοδύναμος Χριστός
πάνω απ’ τα σκαλοπάτια που ευθύς αμέσως γκρεμίζονται
εκπληρώνοντας έτσι τον θείο τους σκοπό
μια προσφορά στην πορεία
στο ταξίδι που ξετυλίγεται
στο θείο άσυλο σχολείο τής ζωής
που όποιος την προσβάλλει τιμωρείται
με μύριους τρόπους που προβλέπονται
από τους Νόμους που διέπουν το Σύμπαν


1-1-1995, 00:00 - 02:15, 8680

Στον Νικόλαο Καζαντζάκη
Όστις διεγείρει έριδαν (έχιδ(ν)αν), είναι ως ο εκφράττων τα ύδατα.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Αίγαγρος

Ψηλά, πιο ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς να φτάσεις
μέχρι εκεί που το βουνό αγγίζει τον ουρανό
ως εκεί που τα σύννεφα ανεβάζουν τις σκιές τους
για να πέσουν στον γκρεμό τής άλλης πλευράς
Εκεί μπορείς ν’ ανεβείς, αψηφώντας τον κίνδυνο που θά ‘χει τελειώσει
και να σταθείς στον πιο απόκρημνο βράχο
αφημένος στο χάδι του ανέμου
και στις ακτίνες του Ήλιου καθώς φτάνουν στην Γη
μες απ’ τα κομμάτια γαλανού ουρανού
που αφήνουν να φανεί ανάμεσά τους τα σύννεφα

Εκεί μπορείς να σταθείς ν’ ατενίζεις
το χάος κάτω από τα δυνατά σου πόδια
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
όλα γυρνούν, περνούν και χάνονται
Σύννεφα φαίνονται στον ορίζοντα
έρχονται, κρύβουν το φως
οι σκιές τους γκρεμίζονται απ’ την άλλη πλευρά
κι είσαι ακόμα στημένος εκεί ν’ ατενίζεις το χάος

Όσο τ’ αγέρι θα φυσά θά ‘σ’ ελεύθερος
φτάνει νά ‘χεις δικό σου τον πιο απόκρημνο βράχο
στο ψηλότερο βουνό
φτάνει ο δρόμος νά ‘ν’ ο πιο απότομος
αρκεί ο γκρεμός νά ‘ναι ο πιο μεγάλος…
γιατί όσο τ’ αγέρι θα φυσά στις πλαγιές των βουνών
όσο τα σύννεφα θα περνούν για να χαθούν από πίσω
όσο τα νερά θα καταρρέουν για να γίνονται χείμαρροι
θα σε βρίσκω εκεί ψηλά, εκστατικό και μόνο
να δίνεσαι στον άνεμο που φυσά στο κορμί σου
ακούγοντας μονάχα το φύσημά του στο χάος

Κορμί αγέρωχο, στο χάδι του ανέμου
σε βρήκα πάλι
να προσπαθείς να καταλάβεις το άγριο κάλεσμά του
Πόδια δυνατά, δρασκελίζοντας το κενό
Μπορείς ν’ ανέβεις ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς
μέχρι εκεί που η κορφή του βουνού αγγίζει τον ουρανό
μέχρι εκεί που μονάχα το φως μπορεί να φτάσει
μέχρι εκεί που οι σκιές ανεβαίνουν
για να γκρεμιστούν απ’ την άλλη πλευρά
ως εκεί που οι εποχές συναντώνται στο κύλισμα του χρόνου
κι ο άνεμος φυσά αναιώνια χαϊδεύοντας το ελεύθερο κορμί σου
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
συνεχίζεις να μένεις ακίνητος κι αγέρωχος κι εκστατικός
στημένος στα πιο απόκρημνα σημεία

Άνεμε, πάρε στα χέρια σου τούτο δω το κορμί’
δως του ζωή και δύναμη και θέρμη
και χάρισέ του πόδια δυνατά και άφοβα
ν’ αναρριχάται στα πιο ψηλά βουνά
καθώς αναλωνόμενος ακούει την σιωπή τής απείρου
καθώς εκστατικός νοιώθει το ζωογόνο αγέρι
να φουντώνει μέσα του την άσβεστη φωτιά της ζωής
καθώς ελεύθερος τρέχει στις πιο απότομες πλαγιές
και στροβιλίζεται
και δρασκελίζει τους χειμάρρους
για ν’ αφεθεί ξανά μόνος του με τον άνεμο
στην μεγαλύτερη αρμονία και στην βαθύτερη ηρεμία του

Αν έχεις την δύναμη, την υπομονή και την τόλμη
να περιμένεις να με δεις καθώς αναλώνομαι
ακούγοντας το άγριο κάλεσμα τού ανέμου
τη μέθη της ζωής θα νοιώσεις κι εσύ
γιατί ψηλά θ’ ανεβείς, όσο ψηλότερα μπορείς ν’ ανεβείς
και θα νοιώσεις το φύσημα τού ανέμου
και θ’ ακούσεις την φωνή τής απείρου να σε καλεί


1-11-1987, 6062

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Γλυκειά κατάνυξη

Τα καλύτερα τραγούδια
δεν ακούστηκαν ποτέ
Οι καλύτεροι στίχοι
δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι πιο γλυκές μελωδίες
χάθηκαν μαζί με τ’ όνειρο
Ποτέ κανείς δεν θα τις ακούσει

Τυχερή μου ψυχή
κοινώνησες για λίγο την χαρά
Τυχερή μου καρδιά
κρατήθηκες για λίγο στον ρυθμό
στο πιο γλυκό του κόσμου τραγούδι
Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές

Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές
Ας υψώσουν τ’ ακροπτέρυγά τους
να προσευχηθούν στον Ήλιο οι Αετοί

Τα καλύτερα τραγούδια δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι γλυκύτεροι στίχοι
τ’ ουρανού οι μελωδίες δεν γράφτηκαν ακόμη


28-10-1995, 8980

Άλλη μια σπίθα στον ουρανό

Μια σπίθα πετά στον ουρανό
ένας καθρέφτης απ’ την ψυχή φωνάζει «μην κλαις»
Η μέρα έρχεται πίσω ξανά
που το ουράνιο τόξο θα διαδεχτεί την βροχή

Κάποιος θα σου δείξει τον δρόμο
για να σε πάει μίλια μακριά
και να σε γυρίσει πίσω ξανά στο σπίτι…
Ξέχνα όλα τα προηγούμενα…

Σα μια σπίθα κι εσύ λαμπερή
που αφήνει τη ζέση της φλόγας
και πετιέται μακριά, για να μεσουρανήσει
και στην Γη πέφτοντας να ξανασβήσει…

Μην κλαις, λοιπόν, ξαναπροσπάθησε
ώσπου η φωτιά να σβήσει τελείως
Ίσως κι εσύ να γίνεις ένα τόσο δα αστέρι
άλλη μια σπίθα στον ουρανό


2-8-1985, 5241.
Αυτό το έχω σκεφτεί στ' αγγλικά όπου και μπορεί να μεταφερθεί υπέροχα!

LOVE

Love
Far from darkness above
Love
Ever unceasing stove
Love

Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life

Cry
While forevering try
Cry
Always wandering why
Cry

Time
Like the old sweetest wine
Time
After all you are mine
Time

Lust
always coming at last
Lust
through the hardest one dust
Lust

Shy
hear my infinite cry
Shy
crying afterwards why
Shy

Deep
with that shivering weep
Deep
through the wildest sleep
Deep

Free
all the powers that be;
Free
I ‘ll always be
Free

Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life

Love
far from darkness above
Love
ever unceasing stove
Love, the whitest dove
Love


Friday May 12, 1995. 20:30 - 21:30, 8811.
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' closing title

Γράφτηκε στην γειτονιά τής Βασιλικής Πρ. (παρότι δεν άκουγε σ' αυτό το όνομα...)

Οι αθάνατοι

Όλοι αυτοί που μας κοιτούν
με μάτια βουρκωμένα
Όλοι αυτοί που μας μιλούν
με χείλη σφραγισμένα
Όλοι αυτοί, χαίρονταν
κάποτε τον Ήλιο

Δεν θα μπορούν πια να μας δουν
γιατί δεν θα υπάρχουν πια
Δεν θα μπορούν να μας μιλήσουν
γιατί δεν θα μας ακούσουν ποτέ
Δεν θα μπορούν να σκεφτούν
γιατί ο καιρός δεν θα κυλά πια γι’ αυτούς

Όλοι όμως θα ζουν στο παρόν
θα ζουν μαζί μας
Όλοι όμως θα κοιτάζουν το φως
και θα το κοιτάζουν μαζί μας
Όλοι θα χαίρονται τη λάμψη του ήλιου
που θα λάμπει για χάρη τους
Όλοι θα χαίρονται τον Ήλιο
χλευάζοντας εμάς
που δεν τον είδαμε ποτέ
Θα μας χλευάζουν που δεν τον χαρήκαμε ποτέ
και ζούσαμε μες στο σκοτάδι

Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναγεννηθούν
θα θυμούνται τις παλιές ωραίες στιγμές
Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναζήσουν
θα θυμούνται εμάς
που δεν χαρήκαμε ποτέ τον Ήλιο
που δεν πεθάναμε για να ξαναζήσουμε
Ποτέ…


10-11-1984, 4976
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' opening title