Μας βρήκατε στο πέρασμα
και μας ρωτήσατε
για να σας δείξουμε τον δρόμο
Σας περιγράψαμε και την διαδρομή
Σας είπαμε τα εμπόδια
σας δείξαμε τους τρόπους για να τ’αποφύγετε
γλιτώσατε την αναζήτηση
Την διαδρομή αυτή
την περπατήσαμε πριν από σας
πλην όμως
ούτε που μας ρωτήσατε πώς έτυχε να την γνωρίζουμε
Καλό ταξίδι!
Κάποτε κι άλλους ρωτήσατε
τον δρόμο να σας πούνε
Στην άκρη του γκρεμού σας στείλανε
σ’ ανύπαρκτες διαδρομές
σε γκρεμισμένες γέφυρες
κατεστραμμένους δρόμους
τρομακτικά σημεία
για να γελάσουνε με τα παθήματά σας
σας οδηγήσαν σ’ αδιέξοδα
αδιαπέραστα σκοτάδια
Σκορπιοί και είρωνες
σας έκλειναν τον δρόμο
διεστραμμένοι περατάρηδες
Προκρούστηδες και Σκείρωνες
σας απειλούσαν στην διαδρομή
Ληστές σας άφησαν χωρίς τροφή
παρθένες πήγατε
πουτάνες φύγατε
και τα στοιχειά της κόλασης σάς κλέψαν την Ψυχή
Ακόμα και τα πρόσωπά τους
φροντίσατε να μην θυμόσαστε
τα ονόματά τους τα ξεχάσατε
κι εμάς μας είπατε πως σας κακομεταχειρίστηκαν
άγνωστοι τάχατες κακοποιοί
Το ξέρατε, το βλέπατε
το είδατε στα πρόσωπά τους
σαν τους ρωτήσατε - για να τους κολακέψετε
πώς έτσι και γνωρίζανε την διαδρομή
«Είμαστε τα πνεύματα του δρόμου» σας απάντησαν
κι εσείς κολακευτήκατε από υποταγή
Εμείς γνωρίζουμε τα πνεύματα
που κλειουν τον δρόμο
σε κάθε ανυποψίαστο μακρυταξιδευτή
γιαυτό φροντίσαμε κι ανοίξαμε για σας
μια νέα φωτεινή διαδρομή
Την περπατήσαμε πριν από σας
πλην τούτου
ούτε που μας ρωτήσατε πώς έτυχε να την γνωρίζουμε
Καλό ταξίδι!
Αν τύχει και ρωτήσετε
πώς τάχα την γνωρίζουμε τόσο καλά
αυτήν την μακρυσπούδαστη
και τόσο αφανέρωτη σε σας διαδρομή
μην εκπλαγείτε
μα αν τύχει κι αλαζονευτείτε
καλύτερα κρυφτείτε
‘τι καλοθελητές σάς περιμένουν παραπέρα
να σας παραπλανήσουν
ελκυστικά λογάκια λέγοντας
πως «ένας είν’ ο δρόμος και περνά
μές απ’τα πνεύματα του δρόμου».
Την διαδρομή την φωτεινή
την περπατήσαμε πριν από σας
πλην τούτου πρέπει να σας πούμε
είμαστ’ εμείς που την χαράξαμε
και πρώτοι την περάσαμε
Ω! Εσείς μικρόψυχοι ηλίθιοι
που ξεστομίσατε πως όρεξη δεν έχετε
για ν’ ασχολείστε με τα θαύματα
Ω! Εσείς διπρόσωποι τυφλίτες
Ω! Πόσο δρόμο οφείλετε
ώσπου ν’ ανακαλύψετε τον Ήλιο…!
3-11-1996, 20:50 - 22:48, 9352
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
ASCII WHITE - Ορφνή Λυκός
Τρίζουν οστά Αριστοτέλους
Πλανιέται στα πλάτη ο Πλάτων
Συνεκλήθησαν πάραυτα παρά την Ακαδημίαν
Πλάτων σύγχρονος ήτο κι Αριστοτέλης αρχαίος
– Τί ’ναι τούτες, διδάσκαλε, οι βρυχώμενες τετράτροχες έλικες ?
– Τις λένε αυτοκίνητα
– Όπως είν’ η ψυχή αυτοκίνητον ?
– Ψυχή το αυτό κινούν. Αιτία κινήσεως ζωτικής ζώων.
Αλλά τούτα εδώ δεν κινούνται από μόνα τους
– Ποιοτρόπως άρα είν’ αυτοκίνητα ?
– Καίνε νάφθα αιθίοπον. Οδηγούνται υπ’ ανθρώπων.
– Όμως τότε δεν είναι αυτοκίνητα, γιατί κίνηση έχουν
μα δεν έχουν κατεύθυνση. Καθ’ ώς οι ψυχοδείκται
κατεύθυνσιν έχουσιν αλλά κίνησιν ου.
Αδιάφορον Γένος, ακίνητον.
…
Καυσαέρια βλέπω, διδάσκαλε
μα δεν βλέπω καυθάρματα.
- Ο γάιδαρος κρυβότανε
και το κώλον φαινότανε -
Είν’ τού Κακού η Αντίφαση
γιατί κρύβεται πάντα
ενώ θέλει να φαίνεται
Όλοι εκείνοι που βλέπεις
είναι μέσα στην ρόφον χασμένοι
…κι ούτε καν που μπορούν να οφραίνονται…
– Και τι κάνουν εκεί, με το φως στο σκοτάδι ?
– Το λεν διασκέδαση
– Όμως τι εννοούν ?
– Είν’ τού Κακού η Προσποίηση.
Είν’ τού Κακού Ηθοποιοί
γιατί κρύβονται πάντα
ενώ θέλουν να φαίνονται
– Σ’ οποιαδήποτε οδό! Μα τι βλέπω! Παντού παροιμίες!
– Διαφημίσεις τις λένε
:Είν’ εικόνες και λέξεις οι οποίες εκφοβίζουν
ή και δημιουργούν ένα σύνδρομο υστέρησης
ερωτικής -φιλικής- κατά βάση
«Αγοράστε! Αγοράστε!»
«Ανοίξτε, οπλίστε, μιλήστε!»
«Το αίμα σε τρέφει και το πίνεις με κέφι»
«Μοιάζω να μην το απολαμβάνω ?»
«Οι δύσκολες πλένουν με Essex»
«Από την μία είναι το ανικανοποίητο
κι απ’ την άλλη οι άτοκες»
Μέσα σ’ όλους τους οίκους υπάρχουν οι οθόνες
κάτι άδεια κιβώτια που εξάγουν Ιδέες
Η ζωή όπως πάντα αρχίζει αν ανοίξει η οθόνη
μα η γυναίκα που βλέπεις δεν είναι δική σου
κι ούτε μπορείς να την αγγίξεις…
– Είναι πολλά που δεν κατάλαβα μα
τι εννοούν «αγοράστε» ?
– Η Αγορά πια δεν είναι ένας τόπος
γιατί όλος ο τόπος είναι μια Αγορά
Εννοούν το εμπόριο
Δημοσίως κανένας πλέον δεν αγορεύει
Ούτε η Εκκλησία ακόμα δεν είναι η ίδια
– Τι μου λες ? Τι ακούω ? Λειτουργεί εκκλησία ?
– Πια ποτέ δεν θα είναι η ίδια ξανά.
Στην κοινή σου εκκλησία αγορεύαν πολίτες
μα σε τούτη αγορεύουνε ιερωμένοι
δηλαδή σιδερόφραχτοι ένστολοι πού ’ναι μαυροντυμένοι
συνδεόμενοι άμεσα με αόρατα κέντρα στην αρχαία Φοινίκη
κι έχουν λεία τους ους, ποίους τους ακολουθούν
κι είναι λόγοι σκολιοί οι οπλές τους
προπαγάνδα ενός κίναιδου Παύλου, ειργασμένη στη Ρώμη
Δεν υπάρχει εκκλησία, μοναχά δουλική Υπακοή μετ’ οσφυοκαμψίας
και τη λένε Κατήχηση
– Πού φοιτάνε οι άνθρωποι ?
– Να! Σ’ εκείνα τα μέγαρα που τα λένε σχολεία
– Έχουνε όλοι σχολίωση εκεί ?…
…
Τι ‘ν’ εκείνα τα μέγαρα τα περιπεφραγμένα ?
– Φυλακές τα ονομάζουν
– Γιατί ? Είναι τής πόλης τα όρια εκεί?
– Όχι! Είναι τής πόλης τα «περιθώρια»!
Είναι όλοι εκείνοι που τους Νόμους παρέβησαν!
Τώρα πια δεν χωρούνε
γιατί και τους απ’ έξω, αργόσυρτα, εκεί τους οδηγούνε
Όλη η πόλη σε λίγο θά ‘ναι μια φυλακή!
– Είναι μια «φυλακή»!
– …μα φυλάει σκοπιά μήπως και εισχωρήσει ο εαυτός της
και ξυπνήσει η Αλήθεια…
– Και πού είναι γραμμένοι οι Νόμοι ?
– Τώρα πια τους τυπώνουν.
– Δηλαδή, τους χτυπάνε ?
– Τους χτυπάνε να πέσουν, γιατί πια τους μισούνε.
– Δηλαδή πώς τους χτυπάνε, με εκτελεστές ?
– Κάπως έτσι το λένε. Εκτελεστική
Νομοθετική και Δικαστική, είν’ οι τρεις Εξουσίες.
– Ποιος το όρισε αυτό ?
– Η Γαλλική λαοθάλασσα, δυο αιώνες νωρίτερα
Όστις διεγείρει έριδα, είναι ως ο εκφράττων τα ύδατα
(Παροιμίαι Σολομώντος)
Βλέπεις εκεί τους ένστολους αστακούς σε παράταξη ?
Τώρα πλέον ο φόβος φυλά την Ερήμωση τούτης τής Πολιτείας
… αλλά και οι Εταιρείες
– Σ’ αυτές, α! θα υπάρχουν εταίρες καλλίπυγες!
– Εταιρείες δεν λέν τας κορίνθους…
– Αλλά τότε ?
– …μα τους εμπορικούς συνασπισμούς! Κι όμως οι Εταιρείες τους είναι, τω ι όντι οργανωμένα μπουρδέλα… Εύ γε, bravo, Αριστότλες!
Κι αυτά είναι οι μόνες Εταιρείες που θα μείνουν…
Εταιρείες Εβραίων με σκοπό τους το κέρδος…
– Τούτο δω μου ακούστηκε καθ’ όπως το «κέδρος»
Και αυτό το «Εβραίων» σαν Ανθρώπων της Ύβρεως
Εννοείς την Ιδέα, ώ! Πλάτον ?
– Εννοώ την Ιδέα, Αριστότλες!
Οι αρχαίοι εχθροί μας, οι Άτλαντες
οι κτεινωτές των Φιλισταίων!
– Ω! Αλήθεια για πες μου για την Ατλαντίδα!…
– Δεν συνέβη ακόμα!
– Δεν νοώ τι νοείς!…
– Δεν συνέβη ακόμα!
Είναι μια προφητεία για το Τέλος τού Αίσχους
Είναι μια προφητεία τής Απαρχής τού Νέου Κόσμου!
– Ω! Διδάσκαλε Πλάτον! Γιατί δεν εννοώ ?
– Δεν είν’ τόσο δύσκωλο! Απλώς είναι Αόρατο!
Δεν αφίχθη ακόμα εδώ. Προλαμβάνεις ή όχι!
Είναι κύμα το μέλλον! Όπου νά ‘ναι αφίκνυται!
Είμαι απλώς προκυμαία υπέρ τού πλήθους εγώ, Αριστότλες!
Εγώ είμαι το ούς
που ακούει τους Θεούς…
– Καταβάζεις στ’ αλήθεια Ιδέες, Διδάσκαλε !
– Πίστεψέ το! Είν’ Αλήθεια!
– Δεν μπορώ να το κρίνω! Επειδή σύ το λες
δια τούτο το δέχομαι.
Εάν είν’ ένα λάθος σου, ας είν’ κι ένα δικό μου!
…
– Να σου πω: προφητεία είναι ύβρις Ιουδαϊκή
– Συ δεν ήσούν ποτε που το μέλλον προέλεγες ?
– Δεν είν’ Ύβρις το προλέγειν τα μέλλοντα!
– Τότε δεν εννοώ!
– Είν’ η λέξη προφήτης η Ύβρις!
– Ούτε τώρα εννοώ!
– Σε μια γλώσσα βαρβάρων που ζούνε εκεί που οι Ρωμαίοι εισέβαλον
-πεντήκοντα και τριακόσια έτη αφότου εγεννήθην εγώ-
οι Εβραίοι ενέβαλον λέξη που ηχεί σαν «προφήτης»
μα σημαίνει το κέρδος
Οι Εβραίοι επέβαλον μίαν νέαν θρησκείαν τού Κέρδους
η οποία επεκράτησε κατά ένα δωδέκατον όλον τού Μεγίστου τού Έτους
στο οποίον και δώσατε το όνομά μου
…μα το κέρδος ετούτο ήταν συνώνυμο τού Ψεύδους
Ήταν μόνη κηδεία των Εβραίων το κέρδος
το οποίο προέκυπτε από τινα προφητεία.
– Κυνικός συνειρμός!
– Τ’ αληθή εννοείς!
– Κάποιος είπε πως ήσουν προφήτης
– …γιατί πάνω μου πέδησαν για να χτίσουν τα ψεύδη τους
οι μωροί και ανήλεοι σεσηπότες Εβραίοι
για να πούν στους εμούς επίγονους
πως δεν ήταν ανάγκη να ζουν
και πως ήταν ανάγκη το να σώζονται κάποιοι
Το επανέλαβαν πρόσφατα με τα ίδια τα τέκνα τους
που τα κάναν σαπούνια, λύματα απολυμαντικά!
– …Ναι, θυμάμαι που είπές ποτε
«Ει αναγκαίον είη αδικείν ή αδικείσθαι,
ελοίμην άν αδικείσθαι ή αδικείν»
– …και φοιτούν να κακίζουν, τα όρνια,
για την πυρά τον πυροσβέστη!
Στων Ρωμαίων τη γλώσσα ενέβαλον λέξη που σημαίνει Ολετήρ
και τους έχουνε πείσει ότι είν’ ευεργέτης τους
– Ώσπερ πάλαί ποτε οι σοφισταί!
…
Εδώ πρόσφατα ευρήκαν ένα σώμα τού Άδου
το οποίον εάν σωρευτεί εις εν κέντρον και αφθεί
αναρρόφησις γίνεται ολόγυρά του
και το ήμαρ σκοτώνεται, και οι άνθρωποι έρπουν
και γεννιούνται τραγέλαφοι
κι είναι παίδες οι οποίοι στερούνται τους πέδες…
Το δοκίμασαν ήδη, εις την πάλαι Ιάπωδαν
οι αιώνιοι άσπονδοι και ασπόνδυλοι Εβραίοι
Ολυμπίους αγώνας δεκατέσσαρες* πριν
Τώρα πάλι φλογίζουν το θείον εις τον τόπον που ονόμασε
Νέον Δελφοί
ο κοινός σου Αλέξανδρος ο Μακεδών, τού Φιλίππου ο υιός
Θα επέμβει ο Διόνυσος όμως και θα εμβάλλει θυμόν
Διονυσιακή Δικαιοσύνη!
– Καταβάζεις στ’ αλήθεια Ιδέες, Διδάσκαλε !
– Πίστεψέ τα! Είν’ Αλήθεια!
…
– Τι χαράσσεις, διδάσκαλε, εκεί, στο μολύβδον ?
– Φεύγω τώρα, διδάσκαλε
και αρχίζω να γράφω με την πανοπλίαν μου
μίαν νέαν πανοπλίαν
όπου νά ‘ναι κατέρχεται γαρ
λευκό σκοτάδι.
3-12-2001, 13:32 - 19:54, 11208
30-3-2002, ~20:00 - 24:00, 11325
* διότι γράφτηκε το 2002
Ετικέτες
2001 Δεκέμβριος,
2002 Μάρτιος,
ΑΣΥΡΜΑΤΑ ΑΘΥΡΜΑΤΑ,
Ορφνή Λυκός,
ASCII WHITE
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Radio Silence
Listen, please, to your machine,
Radio Silence.
Someone is calling you
May Day!
Listen, please, to your machine
before it's turned off
blood off and out of voice
Someone is calling
Beyond this gilded New Dark (C)age
I hear the screaming from a dream
Radio Silence
Here comes the flood
with man-made mushrooms
living upon our deadly dreams
The carnivorous frequency
is drifting along
the wide open world
The wide open wound
is leaking out silence
Who ‘s ever heard
the Bombay ‘s hiring
Who has realised
the bomb ace hiding
under polished smiling
Who ‘s ever smelled
the mellow blowing on the flags
whispering for the whites and blacks
Its carnivorous frequency
whitens on the white dead blood
leaking on off the sudden flood
and heroin smiles arresting
And hero in smiles arresting
Does he really breathe the reeking air
Does he really speak to his machine
before it's turned off?
I left a message for you, bud
Oh! Listen, please, to your machine
Is beating off and out of voice
Is bleeding out the only choice
From deepest veins of your brave heart
this middle age must fall apart
I left a message for you, bud
Is written with the last pure blood
The mellow ‘s whispering «May Day!»
and Radio ‘s in Silence
10-7-1996, 01:20 - 02:35, 9236
Radio Silence.
Someone is calling you
May Day!
Listen, please, to your machine
before it's turned off
blood off and out of voice
Someone is calling
Beyond this gilded New Dark (C)age
I hear the screaming from a dream
Radio Silence
Here comes the flood
with man-made mushrooms
living upon our deadly dreams
The carnivorous frequency
is drifting along
the wide open world
The wide open wound
is leaking out silence
Who ‘s ever heard
the Bombay ‘s hiring
Who has realised
the bomb ace hiding
under polished smiling
Who ‘s ever smelled
the mellow blowing on the flags
whispering for the whites and blacks
Its carnivorous frequency
whitens on the white dead blood
leaking on off the sudden flood
and heroin smiles arresting
And hero in smiles arresting
Does he really breathe the reeking air
Does he really speak to his machine
before it's turned off?
I left a message for you, bud
Oh! Listen, please, to your machine
Is beating off and out of voice
Is bleeding out the only choice
From deepest veins of your brave heart
this middle age must fall apart
I left a message for you, bud
Is written with the last pure blood
The mellow ‘s whispering «May Day!»
and Radio ‘s in Silence
10-7-1996, 01:20 - 02:35, 9236
Ετικέτες
1996 Ιούλιος,
ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ,
Radio Silence
Αποδήμηση
Κοίταξε γύρω σου
Σε τούτο τον τόπο δεν υπάρχει ουρανός
τα φτερά σου ν’ ανοίξεις
δεν κυλά ποταμός για να σβήσεις την δίψα σου
ν’ αντικρύσεις στο διάφανό του νερό την ασχήμια σου
Άκου! Στον τόπο αυτόν δεν ακούγονται ήχοι
πουλιών κελαηδήματα δεν αντηχούν
καταρράκτες δεν χύνουν νερά τους
Νοιώσε! Στον τόπο αυτόν δεν φυσάει τ’ αγέρι
η βροχή δεν αφήνει να πέσουν οι διάφανες στάλες της
Κοίταξε γύρω σου
Στον τόπο αυτό δεν υπάρχει ουρανός
να σηκώσεις τα μάτια σου
ο Ήλιος δεν στέλνει το Φως του
το κορμί σου ν' αγγίξει
Το σκοτάδι είν’απέραντο
η νύχτα ατέλειωτη, τ’ αστέρια σβησμένα
Πώς μπορείς να ελπίσεις γαλανό ουρανό
που δεν είδες ακόμα το χρώμα του?
Του Ηλιου την θάλπη πώς μπορείς να αισθανθείς
δίχως νά ‘χεις ποτέ αντικρύσει το Φως του?
Κοίτα τριγύρω σου την τρελή ζωή σου
Πού μπορείς να βρεθείς για να βρεις γαλανό ουρανό?
Προς τα πού θα στραφείς ν’ αντικρύσεις τον Ήλιο?
...αλλά... τα φτερά σου μην κλείνεις
μάθε πώς να πετάς, ν’ αποδημείς σε φωτεινότερους τόπους
Αργά δυναμώνει το Φως κι είναι μακριά η ημέρα
Άνοιξέ τα λοιπόν τα φτερά σου και πέτα
αν δεν ζητάς να πεθάνεις μονάχος κι αναίσθητος
μές σ’ έναν κόσμο τρελό, βαθιά νυχτωμένο
Κοίτα τριγύρω σου!
Στον τόπο αυτό δεν υπάρχει ουρανός
Είναι τώρα λοιπόν ο καιρός ώστε ν’ αποδημήσεις
ν’ ανακαλύψεις ξανά
τον γαλανό ουρανό
ν’ ανακαλύψεις ξανά
την φωτεινή τού Ηλιου θαλπωρή
Άνοιξε τώρα -λοιπόν- τα φτερά σου
αν δεν ζητάς να πεθάνεις μονάχος κι αναίσθητος
σε τούτη την έρημο
Άνοιξέ τα -λοιπόν- τα φτερά σου και πέτα
προς την ελευθερία σου!
28-10-1987, 6058
Αλλαγή εσωτερικού ρυθμού: 12 Νοεμβρίου 2010
Σε τούτο τον τόπο δεν υπάρχει ουρανός
τα φτερά σου ν’ ανοίξεις
δεν κυλά ποταμός για να σβήσεις την δίψα σου
ν’ αντικρύσεις στο διάφανό του νερό την ασχήμια σου
Άκου! Στον τόπο αυτόν δεν ακούγονται ήχοι
πουλιών κελαηδήματα δεν αντηχούν
καταρράκτες δεν χύνουν νερά τους
Νοιώσε! Στον τόπο αυτόν δεν φυσάει τ’ αγέρι
η βροχή δεν αφήνει να πέσουν οι διάφανες στάλες της
Κοίταξε γύρω σου
Στον τόπο αυτό δεν υπάρχει ουρανός
να σηκώσεις τα μάτια σου
ο Ήλιος δεν στέλνει το Φως του
το κορμί σου ν' αγγίξει
Το σκοτάδι είν’απέραντο
η νύχτα ατέλειωτη, τ’ αστέρια σβησμένα
Πώς μπορείς να ελπίσεις γαλανό ουρανό
που δεν είδες ακόμα το χρώμα του?
Του Ηλιου την θάλπη πώς μπορείς να αισθανθείς
δίχως νά ‘χεις ποτέ αντικρύσει το Φως του?
Κοίτα τριγύρω σου την τρελή ζωή σου
Πού μπορείς να βρεθείς για να βρεις γαλανό ουρανό?
Προς τα πού θα στραφείς ν’ αντικρύσεις τον Ήλιο?
...αλλά... τα φτερά σου μην κλείνεις
μάθε πώς να πετάς, ν’ αποδημείς σε φωτεινότερους τόπους
Αργά δυναμώνει το Φως κι είναι μακριά η ημέρα
Άνοιξέ τα λοιπόν τα φτερά σου και πέτα
αν δεν ζητάς να πεθάνεις μονάχος κι αναίσθητος
μές σ’ έναν κόσμο τρελό, βαθιά νυχτωμένο
Κοίτα τριγύρω σου!
Στον τόπο αυτό δεν υπάρχει ουρανός
Είναι τώρα λοιπόν ο καιρός ώστε ν’ αποδημήσεις
ν’ ανακαλύψεις ξανά
τον γαλανό ουρανό
ν’ ανακαλύψεις ξανά
την φωτεινή τού Ηλιου θαλπωρή
Άνοιξε τώρα -λοιπόν- τα φτερά σου
αν δεν ζητάς να πεθάνεις μονάχος κι αναίσθητος
σε τούτη την έρημο
Άνοιξέ τα -λοιπόν- τα φτερά σου και πέτα
προς την ελευθερία σου!
28-10-1987, 6058
Αλλαγή εσωτερικού ρυθμού: 12 Νοεμβρίου 2010
Ετικέτες
1987 Οκτώβριος,
Αποδήμηση,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ
Προστατευτική ασπίδα
Κάποια βραδιά θα συναντήσεις στον δρόμο έναν ζητιάνο
- δεν θά ‘ν‘ σαν τους άλλους αυτός, χρήματα δεν θα ζητά
Μια ματιά να του ρίξεις μονάχα ζητά -
κι όταν θα προσπεράσεις, θα έχεις καταλάβει
πως είσ’ εσύ που ζητιανεύεις
κι είναι μονάχ’ αυτός που μπορεί να σου δώσει
αυτό που ζητάς.
5-1-1989, 6493
- δεν θά ‘ν‘ σαν τους άλλους αυτός, χρήματα δεν θα ζητά
Μια ματιά να του ρίξεις μονάχα ζητά -
κι όταν θα προσπεράσεις, θα έχεις καταλάβει
πως είσ’ εσύ που ζητιανεύεις
κι είναι μονάχ’ αυτός που μπορεί να σου δώσει
αυτό που ζητάς.
5-1-1989, 6493
Ετικέτες
1989 Ιανουάριος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
Προστατευτική ασπίδα
Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010
«Τού κόσμου τού ανθρώπινου»
Ανακαλύψανε πως είχανε πονόδοντο
του κόσμου του ανθρώπινου οι τσατσάδες
γιαυτό και δεν μπορούσανε -λένε- ν’ αγιάσουν
Στα χρόνια των μεσουρανούντων άθλιων
θα διαλαλούσανε ψευδώς και επιμόνως
τού γεγονότος την αποσπασματικότητα
Ξανά θα απαιτήσουν την αγάπη μας
θα προσπαθήσουνε σκληρά κι απάνθρωπα
την ελεημοσύνη μας για ν’ αποσπάσουν
συνήθως με την βία
Το καλό κακό θα το πούνε πάλι
και το κακό καλό
«Αχ! Τι καλό που είναι το μπουρδέλο μας!»
τα λόγια τους θα λένε
Τον οίκο τους παινεύουνε και πάλι
απελπισμένα ελπίζοντας πως δεν θα τους πλακώσει
στην ώρα τής κρίσεως
που τόσο εξορκίζουν και φοβούνται
απάτες ξεστομίζοντας τού τύπου:
«μήποτε κρίνετε διά να μην κριθείτε»
και διαταγές στους υπολοίπους θα δίνουν
αυτοί που το «πρέπει» μισούν
και τις διαταγές κατακρίνουν
Αυτοί που σας λένε: «μην κρίνετε»
τού υπουργήματος άκριτοι κληρονόμοι θέλουν να γίνουν
αυτοδικαιωνόμενοι ανάξιοι
τού νόμου τής ζούγκλας αρχικελευστές
αρχικακούργοι
Για κάθε έγκλημα υπάρχει μια δικαιολογία
συνήθως τού κώλου
και οι υπαίτιοι τις δικαιολογίες τους αλλάζουν συνέχεια
κατασκευάζοντας άλλες ανάλογα με την περίσταση
προκειμένου να φαίνονται αμέτοχοι αθώοι
μα η απελπισμένη βιασύνη τους για μια δικαιολογία
είναι το υποκατάστατο τού αισθήματος ευθύνης που θά ‘πρεπε να έχουν
το αίσχος να μην διαπράξουν
αφού κανένα δίκιο δεν είναι τόσο μικρό
ώστε να σε οδηγήσει στο έγκλημα
- «Τόσο μεγάλο είναι το δίκιο?»
Όχι και τόσο! Περισσότερον έτι! -
Κι άλλες φορές χωρίς καν αυτά τα προσχήματα
τιμωρούς δικαστές τους δολοφόνους βαφτίζουν
και τους μωρούς εκδικητές υπουργούς τής κυβέρνησης
- κάποιες ακόμα ατέλειες στον οίκο τού κόσμου
του ατελή, τού ταπεινού, τού ανθρωπίνως αδύνατου -
Κάποιος θα πρέπει να διαλύσει, λοιπόν, τα υπουργεία σας
αφού, ωσάν μωρές παρθένες, δεν γνωρίζουν το ΕΡΓΟ
Εμείς δεν θα ζητήσουμε μερίδιο καταστροφής
τό ‘χουμε δει, το μάθαμε το έργο
Συντελείται αργά στα μυαλά σας
στερείστε κατανόησης και δεν το βλέπετε
Ξέρετε μόνο να ξεγλιστράτε
ν’ αμολάτε μελάνι, να εκλύετε ψεύδη
και να εκφράζετε στοιχειά και δαιμόνια
λειτουργοί των τσατσάδων
όλα να τα παρουσιάζετε ως ορθά
όλα να τα εγκρίνετε
εσείς που «δεν κρίνετε»
όταν τής ύπαρξής σας η κυβέρνηση σήπει από πάνω ως κάτω
Από καιρό σε καιρό ξεγλιστρώντας (από καιρού εις καιρόν ξεγλιστρώντας)
σ’ όλα εκείνα που επιβάλλονταν υποτασσόμενοι
αυτό που τώρα αναθεωρήσατε ως αποσπασματικό
ήτανε τότε το σύνολο
Ελεεινά σκουλήκια σερνόσασταν άθλια
στα τσούλια λειτουργών αρχιερόδουλων
Από καιρό εις καιρόν τα σκουπίδια τού χρόνου
επιδίδονται εις την ανάπλασιν τής ιστορίας
στην πλαστική εγχείρηση τού παρελθόντος τους
γιατί το πρόσωπό τους έχει από καιρό σαπίσει
(το πρόσωπόν τους γαρ από καιρού σεσπός)
18-2-1998, 23:35 & 19-2-1998, 10:10. 9824 & 9825
του κόσμου του ανθρώπινου οι τσατσάδες
γιαυτό και δεν μπορούσανε -λένε- ν’ αγιάσουν
Στα χρόνια των μεσουρανούντων άθλιων
θα διαλαλούσανε ψευδώς και επιμόνως
τού γεγονότος την αποσπασματικότητα
Ξανά θα απαιτήσουν την αγάπη μας
θα προσπαθήσουνε σκληρά κι απάνθρωπα
την ελεημοσύνη μας για ν’ αποσπάσουν
συνήθως με την βία
Το καλό κακό θα το πούνε πάλι
και το κακό καλό
«Αχ! Τι καλό που είναι το μπουρδέλο μας!»
τα λόγια τους θα λένε
Τον οίκο τους παινεύουνε και πάλι
απελπισμένα ελπίζοντας πως δεν θα τους πλακώσει
στην ώρα τής κρίσεως
που τόσο εξορκίζουν και φοβούνται
απάτες ξεστομίζοντας τού τύπου:
«μήποτε κρίνετε διά να μην κριθείτε»
και διαταγές στους υπολοίπους θα δίνουν
αυτοί που το «πρέπει» μισούν
και τις διαταγές κατακρίνουν
Αυτοί που σας λένε: «μην κρίνετε»
τού υπουργήματος άκριτοι κληρονόμοι θέλουν να γίνουν
αυτοδικαιωνόμενοι ανάξιοι
τού νόμου τής ζούγκλας αρχικελευστές
αρχικακούργοι
Για κάθε έγκλημα υπάρχει μια δικαιολογία
συνήθως τού κώλου
και οι υπαίτιοι τις δικαιολογίες τους αλλάζουν συνέχεια
κατασκευάζοντας άλλες ανάλογα με την περίσταση
προκειμένου να φαίνονται αμέτοχοι αθώοι
μα η απελπισμένη βιασύνη τους για μια δικαιολογία
είναι το υποκατάστατο τού αισθήματος ευθύνης που θά ‘πρεπε να έχουν
το αίσχος να μην διαπράξουν
αφού κανένα δίκιο δεν είναι τόσο μικρό
ώστε να σε οδηγήσει στο έγκλημα
- «Τόσο μεγάλο είναι το δίκιο?»
Όχι και τόσο! Περισσότερον έτι! -
Κι άλλες φορές χωρίς καν αυτά τα προσχήματα
τιμωρούς δικαστές τους δολοφόνους βαφτίζουν
και τους μωρούς εκδικητές υπουργούς τής κυβέρνησης
- κάποιες ακόμα ατέλειες στον οίκο τού κόσμου
του ατελή, τού ταπεινού, τού ανθρωπίνως αδύνατου -
Κάποιος θα πρέπει να διαλύσει, λοιπόν, τα υπουργεία σας
αφού, ωσάν μωρές παρθένες, δεν γνωρίζουν το ΕΡΓΟ
Εμείς δεν θα ζητήσουμε μερίδιο καταστροφής
τό ‘χουμε δει, το μάθαμε το έργο
Συντελείται αργά στα μυαλά σας
στερείστε κατανόησης και δεν το βλέπετε
Ξέρετε μόνο να ξεγλιστράτε
ν’ αμολάτε μελάνι, να εκλύετε ψεύδη
και να εκφράζετε στοιχειά και δαιμόνια
λειτουργοί των τσατσάδων
όλα να τα παρουσιάζετε ως ορθά
όλα να τα εγκρίνετε
εσείς που «δεν κρίνετε»
όταν τής ύπαρξής σας η κυβέρνηση σήπει από πάνω ως κάτω
Από καιρό σε καιρό ξεγλιστρώντας (από καιρού εις καιρόν ξεγλιστρώντας)
σ’ όλα εκείνα που επιβάλλονταν υποτασσόμενοι
αυτό που τώρα αναθεωρήσατε ως αποσπασματικό
ήτανε τότε το σύνολο
Ελεεινά σκουλήκια σερνόσασταν άθλια
στα τσούλια λειτουργών αρχιερόδουλων
Από καιρό εις καιρόν τα σκουπίδια τού χρόνου
επιδίδονται εις την ανάπλασιν τής ιστορίας
στην πλαστική εγχείρηση τού παρελθόντος τους
γιατί το πρόσωπό τους έχει από καιρό σαπίσει
(το πρόσωπόν τους γαρ από καιρού σεσπός)
18-2-1998, 23:35 & 19-2-1998, 10:10. 9824 & 9825
Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010
1999: Άρης στον Ζυγό, κατά προτίμηση ανάδρομος -ή- «Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες στην Ινδία μας»
Βάρβαροι βαρβάτοι
παίζουνε μπάλλα
με των Ινδών τα κεφάλια
κι η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που μολυσματική πνοή εκκενώνεται
και το σκαμμένο κόκκαλο των πόλεων υψώνεται
σε πολυώροφες σπηλιές
-μελανές πινελιές
στην παλέττα τού Κόσμου δοκιμές
τού Ζωγράφου η Θελεηση
θα εισακούσει την Δέηση
και θα εφαρμόσει
τού πολιτισμού την επείγουσα ατέρμονη πτώση
κι όποιος γλιτώσει
απ’ την τρύπα τής Κόλασης
που σαφώς διευρύνεται
καθώς η ανθρωπότης πληθύνεται
κι από μέσα της χύνεται
το άχρηστο αίμα μιας ανέφικτης Κύησης
μιας ανέφικτης Μύησης
στη Ζωή που σφραγίστηκε
κι αναντίστροφα τεμαχίστηκε
σε ραβδογράμματα
και ιστογράμματα
κι οργανογράμματα
κι όλα τα «γάμα-τα»
ώσπου στην Γη να ευδοκιμήσει
πένθιμο κυπαρίσσι
που θα ‘ρθεί να επισφραγίσει
των ανθρώπων-νεκρών το ακόρεστο γαμήσι
από την γιαμαγκούτσι Ανατολή
ως την απύθμενη Δύση
από τα κόκκινα φανάρια τής πανάθλιας Μπανγκόκ
μέχρι και τα λευκά φανάρια τής φιλόσοφης Αθήνας
κι όλοι οι δρόμοι κλεισμένοι
η δίοδος απαγορευμένη
σ’ αυτό το Τρίτο Κύμα από κόκκινα φανάρια
και λευκά, μέσα στα ύστατα πιθάρια
τού κυνισμού
και τού κιναιδισμού
αυτού τού έκφυλου πολιτισμού
Μες στην ομίχλη τού μηδενισμού
θεωρία μαλαφράντζας ξεσηκώνεται
έν’ ακόμη παλούκι καρφώνεται
στην οσφύ τής προπατορικής σχολίωσης
μιας νυν και αεί αναβαλλόμενης ενηλικίωσης
μέσα στο όργιο τής επιβίωσης
το μυστικό τής αυξομείωσης
τής αφομοίωσης
καλά κρυμμένο
καμουφλαρισμένο
με φύλλα συκής και καννάβεως
στην αδυναμία τού Άρεως
η μαλαφράντζα τής ειρωνείας ξεσηκώνεται
κι η αλήθεια απογυμνώνεται
απ’ την αλήθεια
κι υποχωρεί μπροστά στην συνήθεια
ανάμεσα στα κακοήθη στήθια
στού βαράθρου τ’ απύθμενα βύθια
Tα κούφια βουνά απομακρύνονται
με κραυγές που εκκρίνονται
χωρίς ν’ ανταποκρίνονται
σ’ αυτά που συμφωνήθηκαν
στις γροθιές που συγκροτήθηκαν
σε Διεθνείς Οργανισμούς
για να καλύπτουν τους αφανισμούς
ν’ αποφασίζουν με αφορισμούς
να επιβάλλουν την ειρήνη με βομβαρδισμούς.
είναι αυτή η σύγχρονη απώλεια
μέσα στης ανθρωπότης την πρωτόλεια
την πρωτοεμφανιζόμενη πνευματική κλιμακτήριο
πάνω στης Γης το Καθαρτήριο.
του μέλλοντος το εφαλτήριο
χαρβαλωμένου ρολογιού το ελατήριο
ξετυλίγεται ανάποδα ο χρόνος
κι αποκαλύπτεται ο πόνος
σφηνωμένος άναιμος στην Μέση-τής-Γης
ηλιθιότης αμιγής
αδιαφορία κι ευφορία συμμιγείς
ο πόλεμος τής ευτυχίας είν’ εδώ
ο πόλεμος τής σκέψης είμ’ εγώ
και το μπορώ να εκραγώ
σε κανάλια να διαρραγώ
στης Βαβυλώνας τα στενά τα θορυβώδικα
τα βάραθρα τ’ απρόβλεπτα, τα εξώδικα
στης Θείας Δίκης το καθάριο
το κύλισμα τού Χρόνου το μακάριο.
το ξεθαμμένο κόκκαλο, μακάβριο
υψώνεται στην τελική του ματαιότητα
αγγίζοντας την ανελέητη παντοτινή ηλιθιότητα
- τού ανθρώπου την γνωστή και ανεξίτηλη ταυτότητα -
καθώς η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που η σουλφουρική πνοή εκκενώνεται
ο πανάρχαιος δράκοντας αναπτερώνεται
κι η γη ανανεώνεται
με ανεξέλεγκτες δονήσεις
θανατηφόρος οργόνη απ’ τις πανάρχαιες κινήσεις
καθώς οι άνθρωποι τρελαίνονται
κι όλο γαμιούνται και υφαίνονται
μες στον ιστό τής παντοδύναμης πυρηνικής αράχνης.
όπως οι μύγες πριν την καταιγίδα
μοιάζει να μην τους έμεινε καμιά στην Γη ελπίδα
φαντάσματα τού χρόνου θα εξαφανιστούν
σαν τις σταγόνες τής πάχνης
η Αίτνα κι ο Βεζούβιος θα εξαγνιστούν
καθώς τα πέρατα τής Γης θα σκονιστούν
από την λάβα τής ακίνητης μα κι αεικίνητης εκείνης μάχης
κι η Ρώμη άρρωστη βαριά
μες στις παμπάλαιες ιερές ακολασίες
η Πομπηία ξαναγυρνά
με αχαλίνωτες νεοπλασίες
κι οι δρόμοι νεκροί, αγκυλωμένοι
μέσα στα κόκκινα φανάρια καβλωμένοι
ή στην ανύποπτή τους νύχτα κοιμισμένοι
κι οι ήπειροι καθρέφτες τού Κόσμου ραγισμένοι
κι οι αλήτες αρχηγοί των κρατών φοβισμένοι
- τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου.
τα πληρωμένα τους στόματα ποτέ μην ακούσεις, Φως μου -
τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου
μα ενοχλούμαι από τους φόνους, τους αφανισμούς
τις εκατόμβες, τους βομβαρδισμούς
απ’ των αμάχων τις σφαγές, τους ειρηνοποιούς αφορισμούς
το οργανωμένο έγκλημα, τους υποσχόμενους-δήθεν αφοπλισμούς
εκείνους τους βαρύγδουπους και υποκριτικούς χαιρετισμούς
κι όλους εκείνους τους απάνθρωπους πολεμικούς προϋπολογισμούς
των βεβαρυμένων στρατηγών τους παραλογισμούς.
Τους ενοχλούν οι αντιδράσεις τού κόσμου
μα εγώ ενοχλούμαι από τις πράξεις τού επισήμου υποκόσμου
- στα κοινοβούλιά τους ποτέ να μην εισέλθεις, Φως μου -
Salaam Bombay
κι εσείς φαβέλες τής Αργεντινής*
οι πύργοι των ναρκωτικών θα σωριαστούνε κάποτε νεκροί
Γεια σας κι εσάς, ω! ζούγκλες τροπικές τής Βραζιλίας
rainforests που ζείτε μακριά μες στην ομίχλη.
η λύτρωσή σας δεν αργεί!
Έχετε γεια νησιά τής Ιαπωνικής
ποιος να το ξέρει τι βυθοί θε να σας βρούνε…
1986: Το σημείο τής Αψίνθου Αποκαλύφτηκε
1989: Σφαγή των φοιτητών στην Πύλη τής Ουράνιας Ειρήνης
1993: Η Ινδία θρηνούσε αμέτρητα θύματα
1994: Οι Γέφυρες γκρεμίστηκαν στην Πόλη των Αγγέλων
1995: Η Πύλη των Θεών, το Κόμπε, παραδόθηκε στις φλόγες
Σαρανταπέντε φεγγάρια ακόμη
Salaam Βομβάη!
«Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες στην Ινδία μας»…
Θα ‘ρθούν???
6>>7-10-1995, 19:30 - 01:25, 8958>>8959
*Ξέρω τι σκέφτεστε, όμως το έγραψα έτσι μόνο και μόνο για την λέξη Argent
Πολλά κι ανεκτίμητα ευχαριστώ στην Ευφημία Μ. για το ταξίδι της προς το μέρος μου και το φαινόμενο Doppler που προκάλεσε με αυτήν της την πράξη (!)
------------------------------------------------------------
Σαράντα φεγγάρια ακόμη (...) (εγράφη: Οκτώβριος 2010)
παίζουνε μπάλλα
με των Ινδών τα κεφάλια
κι η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που μολυσματική πνοή εκκενώνεται
και το σκαμμένο κόκκαλο των πόλεων υψώνεται
σε πολυώροφες σπηλιές
-μελανές πινελιές
στην παλέττα τού Κόσμου δοκιμές
τού Ζωγράφου η Θελεηση
θα εισακούσει την Δέηση
και θα εφαρμόσει
τού πολιτισμού την επείγουσα ατέρμονη πτώση
κι όποιος γλιτώσει
απ’ την τρύπα τής Κόλασης
που σαφώς διευρύνεται
καθώς η ανθρωπότης πληθύνεται
κι από μέσα της χύνεται
το άχρηστο αίμα μιας ανέφικτης Κύησης
μιας ανέφικτης Μύησης
στη Ζωή που σφραγίστηκε
κι αναντίστροφα τεμαχίστηκε
σε ραβδογράμματα
και ιστογράμματα
κι οργανογράμματα
κι όλα τα «γάμα-τα»
ώσπου στην Γη να ευδοκιμήσει
πένθιμο κυπαρίσσι
που θα ‘ρθεί να επισφραγίσει
των ανθρώπων-νεκρών το ακόρεστο γαμήσι
από την γιαμαγκούτσι Ανατολή
ως την απύθμενη Δύση
από τα κόκκινα φανάρια τής πανάθλιας Μπανγκόκ
μέχρι και τα λευκά φανάρια τής φιλόσοφης Αθήνας
κι όλοι οι δρόμοι κλεισμένοι
η δίοδος απαγορευμένη
σ’ αυτό το Τρίτο Κύμα από κόκκινα φανάρια
και λευκά, μέσα στα ύστατα πιθάρια
τού κυνισμού
και τού κιναιδισμού
αυτού τού έκφυλου πολιτισμού
Μες στην ομίχλη τού μηδενισμού
θεωρία μαλαφράντζας ξεσηκώνεται
έν’ ακόμη παλούκι καρφώνεται
στην οσφύ τής προπατορικής σχολίωσης
μιας νυν και αεί αναβαλλόμενης ενηλικίωσης
μέσα στο όργιο τής επιβίωσης
το μυστικό τής αυξομείωσης
τής αφομοίωσης
καλά κρυμμένο
καμουφλαρισμένο
με φύλλα συκής και καννάβεως
στην αδυναμία τού Άρεως
η μαλαφράντζα τής ειρωνείας ξεσηκώνεται
κι η αλήθεια απογυμνώνεται
απ’ την αλήθεια
κι υποχωρεί μπροστά στην συνήθεια
ανάμεσα στα κακοήθη στήθια
στού βαράθρου τ’ απύθμενα βύθια
Tα κούφια βουνά απομακρύνονται
με κραυγές που εκκρίνονται
χωρίς ν’ ανταποκρίνονται
σ’ αυτά που συμφωνήθηκαν
στις γροθιές που συγκροτήθηκαν
σε Διεθνείς Οργανισμούς
για να καλύπτουν τους αφανισμούς
ν’ αποφασίζουν με αφορισμούς
να επιβάλλουν την ειρήνη με βομβαρδισμούς.
είναι αυτή η σύγχρονη απώλεια
μέσα στης ανθρωπότης την πρωτόλεια
την πρωτοεμφανιζόμενη πνευματική κλιμακτήριο
πάνω στης Γης το Καθαρτήριο.
του μέλλοντος το εφαλτήριο
χαρβαλωμένου ρολογιού το ελατήριο
ξετυλίγεται ανάποδα ο χρόνος
κι αποκαλύπτεται ο πόνος
σφηνωμένος άναιμος στην Μέση-τής-Γης
ηλιθιότης αμιγής
αδιαφορία κι ευφορία συμμιγείς
ο πόλεμος τής ευτυχίας είν’ εδώ
ο πόλεμος τής σκέψης είμ’ εγώ
και το μπορώ να εκραγώ
σε κανάλια να διαρραγώ
στης Βαβυλώνας τα στενά τα θορυβώδικα
τα βάραθρα τ’ απρόβλεπτα, τα εξώδικα
στης Θείας Δίκης το καθάριο
το κύλισμα τού Χρόνου το μακάριο.
το ξεθαμμένο κόκκαλο, μακάβριο
υψώνεται στην τελική του ματαιότητα
αγγίζοντας την ανελέητη παντοτινή ηλιθιότητα
- τού ανθρώπου την γνωστή και ανεξίτηλη ταυτότητα -
καθώς η Γη
αιμορραγεί
καρκίνος συγκεντρώνεται
εκεί που η σουλφουρική πνοή εκκενώνεται
ο πανάρχαιος δράκοντας αναπτερώνεται
κι η γη ανανεώνεται
με ανεξέλεγκτες δονήσεις
θανατηφόρος οργόνη απ’ τις πανάρχαιες κινήσεις
καθώς οι άνθρωποι τρελαίνονται
κι όλο γαμιούνται και υφαίνονται
μες στον ιστό τής παντοδύναμης πυρηνικής αράχνης.
όπως οι μύγες πριν την καταιγίδα
μοιάζει να μην τους έμεινε καμιά στην Γη ελπίδα
φαντάσματα τού χρόνου θα εξαφανιστούν
σαν τις σταγόνες τής πάχνης
η Αίτνα κι ο Βεζούβιος θα εξαγνιστούν
καθώς τα πέρατα τής Γης θα σκονιστούν
από την λάβα τής ακίνητης μα κι αεικίνητης εκείνης μάχης
κι η Ρώμη άρρωστη βαριά
μες στις παμπάλαιες ιερές ακολασίες
η Πομπηία ξαναγυρνά
με αχαλίνωτες νεοπλασίες
κι οι δρόμοι νεκροί, αγκυλωμένοι
μέσα στα κόκκινα φανάρια καβλωμένοι
ή στην ανύποπτή τους νύχτα κοιμισμένοι
κι οι ήπειροι καθρέφτες τού Κόσμου ραγισμένοι
κι οι αλήτες αρχηγοί των κρατών φοβισμένοι
- τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου.
τα πληρωμένα τους στόματα ποτέ μην ακούσεις, Φως μου -
τους ενοχλούν οι σκέψεις τού κόσμου
μα ενοχλούμαι από τους φόνους, τους αφανισμούς
τις εκατόμβες, τους βομβαρδισμούς
απ’ των αμάχων τις σφαγές, τους ειρηνοποιούς αφορισμούς
το οργανωμένο έγκλημα, τους υποσχόμενους-δήθεν αφοπλισμούς
εκείνους τους βαρύγδουπους και υποκριτικούς χαιρετισμούς
κι όλους εκείνους τους απάνθρωπους πολεμικούς προϋπολογισμούς
των βεβαρυμένων στρατηγών τους παραλογισμούς.
Τους ενοχλούν οι αντιδράσεις τού κόσμου
μα εγώ ενοχλούμαι από τις πράξεις τού επισήμου υποκόσμου
- στα κοινοβούλιά τους ποτέ να μην εισέλθεις, Φως μου -
Salaam Bombay
κι εσείς φαβέλες τής Αργεντινής*
οι πύργοι των ναρκωτικών θα σωριαστούνε κάποτε νεκροί
Γεια σας κι εσάς, ω! ζούγκλες τροπικές τής Βραζιλίας
rainforests που ζείτε μακριά μες στην ομίχλη.
η λύτρωσή σας δεν αργεί!
Έχετε γεια νησιά τής Ιαπωνικής
ποιος να το ξέρει τι βυθοί θε να σας βρούνε…
1986: Το σημείο τής Αψίνθου Αποκαλύφτηκε
1989: Σφαγή των φοιτητών στην Πύλη τής Ουράνιας Ειρήνης
1993: Η Ινδία θρηνούσε αμέτρητα θύματα
1994: Οι Γέφυρες γκρεμίστηκαν στην Πόλη των Αγγέλων
1995: Η Πύλη των Θεών, το Κόμπε, παραδόθηκε στις φλόγες
Σαρανταπέντε φεγγάρια ακόμη
Salaam Βομβάη!
«Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες στην Ινδία μας»…
Θα ‘ρθούν???
6>>7-10-1995, 19:30 - 01:25, 8958>>8959
*Ξέρω τι σκέφτεστε, όμως το έγραψα έτσι μόνο και μόνο για την λέξη Argent
Πολλά κι ανεκτίμητα ευχαριστώ στην Ευφημία Μ. για το ταξίδι της προς το μέρος μου και το φαινόμενο Doppler που προκάλεσε με αυτήν της την πράξη (!)
------------------------------------------------------------
Σαράντα φεγγάρια ακόμη (...) (εγράφη: Οκτώβριος 2010)
«Man against man; Religion against religion. That‘s the way of the world, the way of India»*
Τα χέρια σου πλημμύρισαν φωτιά
όπως το θέλησες για να λουστείς απ’ την ενέργειά της
Είπες κακό και καλό πως είναι θεός ένας
όμως το πνεύμα σου ήρθ’ εδώ για ν’ απαιτήσει σεβασμό
για τον ανίερο και τον αδόξαστο
με γαληφιές στα φανερά και απειλές στ’ αθέατα
Οι δαίμονες που πίστεψες πως έρχονται στα σταυροδρόμια
για σένα μοναχά θα ‘ρθούν
κι αν το φοβάσαι στην γωνιά το βράδυ
μην σε στριμώξουν τα καθάρματα
είναι δαιμόνων πνεύματα γιατί ταΐζεις
Ήρθες για να μιλήσεις ή ν’ απειλήσεις
κι η λειτουργία σου υποτελείται στους διαβόλους?
Είσαι συντονισμένος κι ανοιχτός στο διάολο
η τύχη σου υποχείριο και πιόνι
μετέωρος από σκοινί σε αμολημένο ράουλο
καθώς αργοκατρακυλάς στου κάτω κόσμου το αφιόνι
Ένας παράφρονας ναρκισσευόμενος
που αυτοπαραμυθιάζεσαι
η δυσωδία σου πνεύμα θεού πως έχει
Τα εκτρώματα που κατοικούν μες στο κορμί σου
στον γείτονά σου τ’ αποδίδεις
και πιπιλίζεις το μυαλό σου με την μωρία σου
Τυφλοί σου υπήκοοι τα χέρια σου ομνύονται
πιστοί σ’ ανθρωποδίαιτους προστάτες
κρατούν το τελετουργικό κι αναδεικνύονται
της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού οι πρωτοστάτες
Στους ιερούς τους ποταμούς βυθίζονται
πίνοντας γάλα από φαλλόμορφα αγγεία
στις νεκρικές πυρές τους εξαγνίζονται
με κροκοδείλια δάκρυα να πλημμυρίζουν την Γαγγία
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο, θρησκεία σε θρησκεία ενάντια
είναι ο δρόμος των γελάδων που έχουν τρελαθεί
Ήρθε η εκπλήρωση, των μύθων τής μή-βίας η κατάντια
Το μίσος που έμεινε απολέμητο κοντεύει να εκραγεί
Της αλήθειας η γλώσσα λανθάνουσα είναι
Το επιχείρημα τής αδερφότητας δεν μας καθιερώνει
κι όσοι λεν για τα δάχτυλα πως όμοια είναι
προετοιμάζουν την απώλεια που δεν ελευθερώνει
Όταν τα στόματα προσκαλούν πνεύματα άκριτα
η λειτουργία τού διαβόλου συντελείται
κι όταν τα δόλια βλέμματα υψώνονται απροκάλυπτα
η μεταμφίεση τής κόλασης επιχειρείται
Ω! τι ενέργεια φέρνει στον άγιο κύκλο σου
ο επιβήτορας με προσωπείο αρχαγγέλου
Είναι το Κάθαρμα που ενσαρκώνεται σε κύκνο σου
κάθε που αποφασίζεται η κάθοδος τού πεπταγγέλου
Τι να μας πουν οι υποκριτές, οι υποτιμητές, οι υποχθόνιοι
οι υποδαυλιστές και οι υπονομευτές δικαιολογία…
Την δόξα τού αδόξαστου ζητάνε δούλοι αιώνιοι
πυροδοτώντας κάθε χέρι, όπλο, αλέτρι προς την βία
Τι να μας πούνε τ’ απνεύματα, τ’ ανέμπνευστα στόματα
ξεγεννημένα στων ονείρων τους την δυσωδία
Αρχαίωνα έρμαια, σχεδόν έκπνοα στων μουσώνων τα χρώματα
τού Εγκέλαδου λεία, στην παγκόσμια ετοιμόρραγη Ινδία
11-8-1997, 02:35 - 03:45, 12:45 - 13:30, 9633
Γραμμένο για όλους τους Βουδδιστές, τους σατανιστές, τους Shiva-δεους,
τους Ινδόπληκτους, τους αποκρυφόπληκτους και τους δαιμονολήπτες
*Από το φίλμ «Queenie», βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο
«Queenie» (1971) τής Hortense Calisher (born Dec. 20, 1911)
όπως το θέλησες για να λουστείς απ’ την ενέργειά της
Είπες κακό και καλό πως είναι θεός ένας
όμως το πνεύμα σου ήρθ’ εδώ για ν’ απαιτήσει σεβασμό
για τον ανίερο και τον αδόξαστο
με γαληφιές στα φανερά και απειλές στ’ αθέατα
Οι δαίμονες που πίστεψες πως έρχονται στα σταυροδρόμια
για σένα μοναχά θα ‘ρθούν
κι αν το φοβάσαι στην γωνιά το βράδυ
μην σε στριμώξουν τα καθάρματα
είναι δαιμόνων πνεύματα γιατί ταΐζεις
Ήρθες για να μιλήσεις ή ν’ απειλήσεις
κι η λειτουργία σου υποτελείται στους διαβόλους?
Είσαι συντονισμένος κι ανοιχτός στο διάολο
η τύχη σου υποχείριο και πιόνι
μετέωρος από σκοινί σε αμολημένο ράουλο
καθώς αργοκατρακυλάς στου κάτω κόσμου το αφιόνι
Ένας παράφρονας ναρκισσευόμενος
που αυτοπαραμυθιάζεσαι
η δυσωδία σου πνεύμα θεού πως έχει
Τα εκτρώματα που κατοικούν μες στο κορμί σου
στον γείτονά σου τ’ αποδίδεις
και πιπιλίζεις το μυαλό σου με την μωρία σου
Τυφλοί σου υπήκοοι τα χέρια σου ομνύονται
πιστοί σ’ ανθρωποδίαιτους προστάτες
κρατούν το τελετουργικό κι αναδεικνύονται
της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού οι πρωτοστάτες
Στους ιερούς τους ποταμούς βυθίζονται
πίνοντας γάλα από φαλλόμορφα αγγεία
στις νεκρικές πυρές τους εξαγνίζονται
με κροκοδείλια δάκρυα να πλημμυρίζουν την Γαγγία
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο, θρησκεία σε θρησκεία ενάντια
είναι ο δρόμος των γελάδων που έχουν τρελαθεί
Ήρθε η εκπλήρωση, των μύθων τής μή-βίας η κατάντια
Το μίσος που έμεινε απολέμητο κοντεύει να εκραγεί
Της αλήθειας η γλώσσα λανθάνουσα είναι
Το επιχείρημα τής αδερφότητας δεν μας καθιερώνει
κι όσοι λεν για τα δάχτυλα πως όμοια είναι
προετοιμάζουν την απώλεια που δεν ελευθερώνει
Όταν τα στόματα προσκαλούν πνεύματα άκριτα
η λειτουργία τού διαβόλου συντελείται
κι όταν τα δόλια βλέμματα υψώνονται απροκάλυπτα
η μεταμφίεση τής κόλασης επιχειρείται
Ω! τι ενέργεια φέρνει στον άγιο κύκλο σου
ο επιβήτορας με προσωπείο αρχαγγέλου
Είναι το Κάθαρμα που ενσαρκώνεται σε κύκνο σου
κάθε που αποφασίζεται η κάθοδος τού πεπταγγέλου
Τι να μας πουν οι υποκριτές, οι υποτιμητές, οι υποχθόνιοι
οι υποδαυλιστές και οι υπονομευτές δικαιολογία…
Την δόξα τού αδόξαστου ζητάνε δούλοι αιώνιοι
πυροδοτώντας κάθε χέρι, όπλο, αλέτρι προς την βία
Τι να μας πούνε τ’ απνεύματα, τ’ ανέμπνευστα στόματα
ξεγεννημένα στων ονείρων τους την δυσωδία
Αρχαίωνα έρμαια, σχεδόν έκπνοα στων μουσώνων τα χρώματα
τού Εγκέλαδου λεία, στην παγκόσμια ετοιμόρραγη Ινδία
11-8-1997, 02:35 - 03:45, 12:45 - 13:30, 9633
Γραμμένο για όλους τους Βουδδιστές, τους σατανιστές, τους Shiva-δεους,
τους Ινδόπληκτους, τους αποκρυφόπληκτους και τους δαιμονολήπτες
*Από το φίλμ «Queenie», βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο
«Queenie» (1971) τής Hortense Calisher (born Dec. 20, 1911)
Γελάει καλύτερα όποιος δεν κατάλαβε το ανεκδ(ιήγη/ο)το
Αυτό που ο γλάρος θεωρεί σαν καθαρό
δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που ο άνθρωπος θεωρεί ως τέτοιο
Τα ράμφη που κουράστηκαν να
σκαλίζουν μες στην λάσπη
των μολυσμένων ποταμών και των λιμνών ορυκτελαίων
Τώρα πετούν αγέρωχα στον γαλανό ουρανό
που
σε κάνει να κρυώνεις
και το ξεβαμμένο αλφικό σου δέρμα να πονά
εξαιτίας τής βρωμιάς που έχεις εξαπολύσει
σ’ όλα τα στοιχεία τής φύσης
κι ο γλάρος συνεχίζει να πετά
μέσα στον καθαρό ουρανό που σε κάνει να κρυώνεις
- και τα μάτια σου να επιζητούν το σκοτάδι -
μ’ έναν υγιέστατο στ’αρχιδισμό
χέζοντάς σε με τα ίδια χωνεμένα σκουπίδια
που τού ‘χεις αφήσει για τροφή
μέσα σ’ αυτόν τον αστικό βούρκο
που βουλιάζεις καθημερινά
- εμπλουτίζοντάς τον με το περίσσευμα τής καρδιάς σου -
και τρως απ’ τα δημιουργήματα, τα πλάσματά του
ο γλάρος συνεχίζει να πετά
φτύνοντας μέσα στον ρυπαρό σου βούρκο
και μόνο το ήσυχο νερό που τεμπελιάζει
γνωρίζει πόσο μπορεί να αναστατωθεί
κι ακαταδάμαστο να ορμήσει
μέσα στους βούρκους τού Αυγείου
κάτω απ’ τ’ αδιάφορα γαλάζια φτερά τού γλάρου
7-11-1995, 13:00 - 14:00, 8990
δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που ο άνθρωπος θεωρεί ως τέτοιο
Τα ράμφη που κουράστηκαν να
σκαλίζουν μες στην λάσπη
των μολυσμένων ποταμών και των λιμνών ορυκτελαίων
Τώρα πετούν αγέρωχα στον γαλανό ουρανό
που
σε κάνει να κρυώνεις
και το ξεβαμμένο αλφικό σου δέρμα να πονά
εξαιτίας τής βρωμιάς που έχεις εξαπολύσει
σ’ όλα τα στοιχεία τής φύσης
κι ο γλάρος συνεχίζει να πετά
μέσα στον καθαρό ουρανό που σε κάνει να κρυώνεις
- και τα μάτια σου να επιζητούν το σκοτάδι -
μ’ έναν υγιέστατο στ’αρχιδισμό
χέζοντάς σε με τα ίδια χωνεμένα σκουπίδια
που τού ‘χεις αφήσει για τροφή
μέσα σ’ αυτόν τον αστικό βούρκο
που βουλιάζεις καθημερινά
- εμπλουτίζοντάς τον με το περίσσευμα τής καρδιάς σου -
και τρως απ’ τα δημιουργήματα, τα πλάσματά του
ο γλάρος συνεχίζει να πετά
φτύνοντας μέσα στον ρυπαρό σου βούρκο
και μόνο το ήσυχο νερό που τεμπελιάζει
γνωρίζει πόσο μπορεί να αναστατωθεί
κι ακαταδάμαστο να ορμήσει
μέσα στους βούρκους τού Αυγείου
κάτω απ’ τ’ αδιάφορα γαλάζια φτερά τού γλάρου
7-11-1995, 13:00 - 14:00, 8990
Χίλια Τετρακόσια Ενενήντα Δύο ( 1492 ), ή, Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
Πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Το σκοτάδι κι η φρίκη σημαία σου
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου
Εξαργύρωσες την τύχη σου
πούλησες την λευτεριά σε σκλαβοπάζαρο
κι οι ερινύες κροτάλιζαν με ήχο μεταλλικό
μες στα σεντούκια που κλείδωσες τους φόβους-θησαυρούς σου
Ο άνεμος βουνό και το κύμα μαρτύριο
Αμπάρωσες τη νύχτα βαθιά μην την συντρίψει ο άνεμος
Ο ήλιος που αντίκρυζες είχε μια γεύση μεσαιωνικού δηλητηρίου
κι η απέραντη θάλασσα όψη πλουτώνιου καθαρτηρίου
Έψαχνες νέα γη να εξαπλώσεις τους φόβους σου
να θεμελιώσεις την καταστροφή σε χώρες μακρινές
Ισόβιος κατάδικος μες στην χολέρα τού μυαλού σου
Ταξίδεψες μακριά κι όμως την λύτρωση δεν βρήκες
πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Έκανες φλάμπυρο το σκότος και την φρίκη
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού πανάρχαιου θανάτου
Δεν πήρες άφεση από την κόλαση
ο άνεμος σφοδρός αλλά δεν φύσηξε μες στην ψυχή σου
Οι θεοί σου θεοί τής εκδίκησης και τού απόλυτου ένα
οδηγοί σου κωφάλαλοι απόστολοι, κήρυκες εγκληματίες τής ψυχής
Βάφτισες την κόλαση, ελευθερία
και την εκδίκηση, δικαιοσύνη
Μέσα στους υπονόμους τού μυαλού σου
μιγνύονται η λευτεριά με ήλιο μεσαιωνικό
Αρχαίωνους φόβους, σφαγές και εγκλήματα
μαρτύρια, θανάτους, φυλακές και απόγνωση
αρχέγονα ένστικτα, φθόνο κι εκδίκηση
πλούτο και σεξ κι υποταγή στο θεό γεμάτοι οι χάρτες σου
κι όμως η νέα γη που βρήκες δεν σημειωνόταν πουθενά
Με τελετή δεσποτική τον θάνατο ονόμασες ζωή
και τον απόλυτο θεό σου προσκυνώντας βάφτισες φως το σκοτάδι
κι αρματωμένος έτσι «φως», «ζωή» και μισαλλοδοξία
τ’ ανήμερα στοιχειά του Άδη κάλεσες να σε καθοδηγήσουν
Πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Ξεκίνησες να πας μακριά
πριν την αλήθεια νά ‘χεις βρει μες στην ψυχή σου
τα μεγαλοπρεπή ακαθάρματα δεσπότες τού μυαλού σου
κι οι φεουδάρχες τής ζωής εικόνα τού θεού σου
Στην ιερηεξέταση δικάζεις, στην πυρά καις τα παιδιά σου
τους μεγαλύτερους φιλόσοφους δολοφονείς
επικαλούμενος την παντοδύναμη ιερή άγνοιά σου
αρχαίε καρκίνε, ψυχής ακάθαρμα, δολοφόνε τής ζωής
θά ‘ρθει καιρός για το πτώμα σου, θα ‘ρθεί και για σένα η σειρά σου
Ιερά ακαθάρματα φαντάζουν μεγαλοπρεπή
κάτω απ’ τον μαρτυρικό ήλιο τού μεσαίωνα
Στον Τροχό τής Τύχης τώρα για πάντα βασανίζονται
για κάθε έγκλημά τους στο Ταξίδι τού Κόσμου
Στην ιερή-τής-ψυχής-τους-εξέταση ανακρίνονται
στο F.B.I. τού θεού τους τώρα σύρονται
με τα παιδιά τους σκοτωμένα και όμως ζωντανά
σ’ αυτό το γύρισμα τής τύχης μέσα στο φως τής λευτεριάς
Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
στους τόπους και στους χρόνους
που τα παιδιά τους ελεύσονται
δεν έθαψαν πίσω τους το μίσος
Τις νεκρές τους ζωές προσπαθώντας να γλιτώσουν
τον καρκίνο τής ψυχής τους κληροδότησαν θησαυρό στα παιδιά τους
Φοβερός θησαυρός, πληγή και σκιά μέσα στης λευτεριάς τον ήλιο
δηλητήριο φριχτό μέσα στον χώρο
που ελεύθερος θά ‘πρεπε την ζωή να προστατεύει
Το σκοτάδι κι η φρίκη ήταν σημαία τους
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου
στο τελεσίδικο τού κόσμου τους τώρα εγκλωβίζονται
στον ισοπεδωμένο κόσμο τους, οι ψυχές τους κι οι φόβοι τους ισοπεδωμένα
τής λευτεριάς ο ήλιος τώρα καυματίζει τις αρχαίες πληγές τους
και τα σάπια κορμιά τους συσσωρεύονται στο καθαρτήριο τού Χρόνου
Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
δεν νίκησαν μέσα τους το μίσος
29-5-1994, 00:00 - 02:20, 8463
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Το σκοτάδι κι η φρίκη σημαία σου
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου
Εξαργύρωσες την τύχη σου
πούλησες την λευτεριά σε σκλαβοπάζαρο
κι οι ερινύες κροτάλιζαν με ήχο μεταλλικό
μες στα σεντούκια που κλείδωσες τους φόβους-θησαυρούς σου
Ο άνεμος βουνό και το κύμα μαρτύριο
Αμπάρωσες τη νύχτα βαθιά μην την συντρίψει ο άνεμος
Ο ήλιος που αντίκρυζες είχε μια γεύση μεσαιωνικού δηλητηρίου
κι η απέραντη θάλασσα όψη πλουτώνιου καθαρτηρίου
Έψαχνες νέα γη να εξαπλώσεις τους φόβους σου
να θεμελιώσεις την καταστροφή σε χώρες μακρινές
Ισόβιος κατάδικος μες στην χολέρα τού μυαλού σου
Ταξίδεψες μακριά κι όμως την λύτρωση δεν βρήκες
πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Έκανες φλάμπυρο το σκότος και την φρίκη
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού πανάρχαιου θανάτου
Δεν πήρες άφεση από την κόλαση
ο άνεμος σφοδρός αλλά δεν φύσηξε μες στην ψυχή σου
Οι θεοί σου θεοί τής εκδίκησης και τού απόλυτου ένα
οδηγοί σου κωφάλαλοι απόστολοι, κήρυκες εγκληματίες τής ψυχής
Βάφτισες την κόλαση, ελευθερία
και την εκδίκηση, δικαιοσύνη
Μέσα στους υπονόμους τού μυαλού σου
μιγνύονται η λευτεριά με ήλιο μεσαιωνικό
Αρχαίωνους φόβους, σφαγές και εγκλήματα
μαρτύρια, θανάτους, φυλακές και απόγνωση
αρχέγονα ένστικτα, φθόνο κι εκδίκηση
πλούτο και σεξ κι υποταγή στο θεό γεμάτοι οι χάρτες σου
κι όμως η νέα γη που βρήκες δεν σημειωνόταν πουθενά
Με τελετή δεσποτική τον θάνατο ονόμασες ζωή
και τον απόλυτο θεό σου προσκυνώντας βάφτισες φως το σκοτάδι
κι αρματωμένος έτσι «φως», «ζωή» και μισαλλοδοξία
τ’ ανήμερα στοιχειά του Άδη κάλεσες να σε καθοδηγήσουν
Πριν ξεκινήσεις το μεγάλο ταξίδι
που θά ‘στελνε τα παιδιά σου μακριά
δεν άφησες πίσω σου το μίσος
Ξεκίνησες να πας μακριά
πριν την αλήθεια νά ‘χεις βρει μες στην ψυχή σου
τα μεγαλοπρεπή ακαθάρματα δεσπότες τού μυαλού σου
κι οι φεουδάρχες τής ζωής εικόνα τού θεού σου
Στην ιερηεξέταση δικάζεις, στην πυρά καις τα παιδιά σου
τους μεγαλύτερους φιλόσοφους δολοφονείς
επικαλούμενος την παντοδύναμη ιερή άγνοιά σου
αρχαίε καρκίνε, ψυχής ακάθαρμα, δολοφόνε τής ζωής
θά ‘ρθει καιρός για το πτώμα σου, θα ‘ρθεί και για σένα η σειρά σου
Ιερά ακαθάρματα φαντάζουν μεγαλοπρεπή
κάτω απ’ τον μαρτυρικό ήλιο τού μεσαίωνα
Στον Τροχό τής Τύχης τώρα για πάντα βασανίζονται
για κάθε έγκλημά τους στο Ταξίδι τού Κόσμου
Στην ιερή-τής-ψυχής-τους-εξέταση ανακρίνονται
στο F.B.I. τού θεού τους τώρα σύρονται
με τα παιδιά τους σκοτωμένα και όμως ζωντανά
σ’ αυτό το γύρισμα τής τύχης μέσα στο φως τής λευτεριάς
Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
στους τόπους και στους χρόνους
που τα παιδιά τους ελεύσονται
δεν έθαψαν πίσω τους το μίσος
Τις νεκρές τους ζωές προσπαθώντας να γλιτώσουν
τον καρκίνο τής ψυχής τους κληροδότησαν θησαυρό στα παιδιά τους
Φοβερός θησαυρός, πληγή και σκιά μέσα στης λευτεριάς τον ήλιο
δηλητήριο φριχτό μέσα στον χώρο
που ελεύθερος θά ‘πρεπε την ζωή να προστατεύει
Το σκοτάδι κι η φρίκη ήταν σημαία τους
σ’ αυτό το προγεφύρωμα τού αρχαίου θανάτου
στο τελεσίδικο τού κόσμου τους τώρα εγκλωβίζονται
στον ισοπεδωμένο κόσμο τους, οι ψυχές τους κι οι φόβοι τους ισοπεδωμένα
τής λευτεριάς ο ήλιος τώρα καυματίζει τις αρχαίες πληγές τους
και τα σάπια κορμιά τους συσσωρεύονται στο καθαρτήριο τού Χρόνου
Πριν ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι
δεν νίκησαν μέσα τους το μίσος
29-5-1994, 00:00 - 02:20, 8463
Άτιτλο #1
Ταξίδεψα ως εδώ απ’ το άπειρο
την ομορφιά τού Κόσμου
να τραγουδήσω
μα αυτός ο ουρανός θαρρείς πως έβρεξε
συμπαντικά υστερημένους
με αισθητήρια νεκρά
και τις αξίες τού κόσμου σε πτώση
μες στα κενά τους μυαλά και σώματα-εξευτελή δοχεία
Κι έχω τόσα να πω
προτού την ομορφιά να τραγουδήσω
‘τι δεν προτίθεμαι να την πετάξω στα κοσμικά κοπρόσκυλα
που πάνω τους άστοχα λάμπει ο μεγαλόψυχος ήλιος
ξεπέφτοντας άστοχα
σ’ έν’ ακόμη πασίγνωστο ιδεαλιστικό του λάθος
Ποιο τάχα ανθρώπινο μεταμελημένο ρεμάλι
μέσα στον βούρκο του ανακαλύπτει τον ήλιο?
Τις άθλιες στιγμές του υπερασπίστηκε
θεωρητικολόγησε κατασκευάζοντας δικαιολογίες
τού κώλου οι κρίσεις κι οι αξίες του
τού κώλου κι οι αλήθειες που δήθεν ανακάλυψε
αναμασήματα υποκατάστατα αυτοδικαίωσης
ναρκισσευόμενος ηλίθιος βαθύτερα μες στην βρώμα βουλιάζει
παρασιτώντας στην θέρμη τού ήλιου
νομίζοντας πως τού κάνει την χάρη
Όσο υπέροχα ζεστά κι αν μας φωτίζει ο ήλιος
τους δίκαιους και τους αδίκους
στους άδικους χαμένο άδικα πάει το φως του
21-7-1997, 22:20, 9612
την ομορφιά τού Κόσμου
να τραγουδήσω
μα αυτός ο ουρανός θαρρείς πως έβρεξε
συμπαντικά υστερημένους
με αισθητήρια νεκρά
και τις αξίες τού κόσμου σε πτώση
μες στα κενά τους μυαλά και σώματα-εξευτελή δοχεία
Κι έχω τόσα να πω
προτού την ομορφιά να τραγουδήσω
‘τι δεν προτίθεμαι να την πετάξω στα κοσμικά κοπρόσκυλα
που πάνω τους άστοχα λάμπει ο μεγαλόψυχος ήλιος
ξεπέφτοντας άστοχα
σ’ έν’ ακόμη πασίγνωστο ιδεαλιστικό του λάθος
Ποιο τάχα ανθρώπινο μεταμελημένο ρεμάλι
μέσα στον βούρκο του ανακαλύπτει τον ήλιο?
Τις άθλιες στιγμές του υπερασπίστηκε
θεωρητικολόγησε κατασκευάζοντας δικαιολογίες
τού κώλου οι κρίσεις κι οι αξίες του
τού κώλου κι οι αλήθειες που δήθεν ανακάλυψε
αναμασήματα υποκατάστατα αυτοδικαίωσης
ναρκισσευόμενος ηλίθιος βαθύτερα μες στην βρώμα βουλιάζει
παρασιτώντας στην θέρμη τού ήλιου
νομίζοντας πως τού κάνει την χάρη
Όσο υπέροχα ζεστά κι αν μας φωτίζει ο ήλιος
τους δίκαιους και τους αδίκους
στους άδικους χαμένο άδικα πάει το φως του
21-7-1997, 22:20, 9612
Ετικέτες
1997 Ιούλιος,
Άτιτλο #1,
ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010
Στην αμαρτία μοναχός (Εν αμαρτίαι μοναχός)
«Είσαι ο μόνος που αμάρτησε!»
:Η φωνή του δασκάλου
ελεγκτική αντηχούσε μέσα -λες- στο κεφάλι του
ξανά και ξανά
κι έτσι τότε κι αυτός
αποφάσισε
ν’ αμαρτήσουνε κι άλλοι
Τού τό είπε ο δάσκαλος / πως δεν κάνει για τόξα
αλλ’ αυτός αχαλίνωτος / πορωμένος για δόξα
Μες στο νου του είχε τρύπα / πιο βαθιά κι απ’ τον πόντο
κι ότι τού ‘λεγες έπεφτε / στο κενό και στον βρόντο
Το κρατούσε στον δάσκαλο / που τον έθιξε πόσο
σαν παρθένα αδιάπυρη / τού ‘χε μπει «μόνο τόσο»
Όταν ήρθε ο κλήρος του / να ορίσει τον στόχο
μαλακίες αμέτρητες / κι όλοι πέσαν σε βρόχο
Σημαδεύανε αλλού / ‘τι διττές οι οδηγίες του
και τα βέλη ξεστράτισαν / και με τις ευλογίες του
Του το είπε ο δάσκαλος / να μην είναι κρυψίνους
μα εκείνος συντάχτηκε / με σκολιούς και κρετίνους
Με μια τέτοια μεθόδευση / τώρα πλέον μπορούσε
να τους πει πως αμάρτησαν / αφού τόσο μισούσε
και κανείς δεν κατάλαβε / τι σκολιότης τον είχε
κι από τότε κατάφερε / που και που και υπερείχε
Έτσι τότε αποφάσισε / να το κάνει τσιτάτο:
«αμαρτίες αν δεν είχατε / θά ‘στε τώρα εδώ κάτω?»
Κι όλοι τότε απόρησαν / από που η βεβαιότης
και εκείνος επέσπευσε / να φανεί ως θεότης
κι ήταν τόση η επιτήδευση / που τους θάμπωσε όλους:
«οπόταν έθεσα εγώ τους στόχους / τους επέτυχα όλους»
Τους δικούς τους τους στόχους ψιθύρισαν / οτι είχε πετύχει
τα δικά τους τα βέλη ενίοτε / για δικά του επεδείχθη (ισχυρίσθη)
και του είπε ο δάσκαλος / «Να ‘ν’ η νίκη δική σου
μην μειώνεις τους άλλους / ν‘ ανεβεί η τιμή σου»
και τον δάσκαλο χτύπησε / όπως κι όταν μπορούσε
μα στα σκέλια εμάζευε / την ουρά, δεν κοτούσε…
και την έπαρση σήκωσε / ψηλά σαν σημαία
και Θρησκεία την έκανε / της Σοφίας σιαμαία
Κι είπαν κάποιοι πως «αν / άλλη μια ερμηνεία δεν χωρούσε
τότ’ εκείνος ο Διάβολος / πως και θα λειτουργούσε?»
Και τους είπε καθάρματα / κι αριστεροφασίστες
γιατί κάποιοι τον πίστεψαν / και τους έχρισε «μύστες»
και σκεφτήκανε κάποιοι / «μας ονόμασε όναγρους
μέλλοντα ολοκαυτώματα / αλλά και αμαυρόμαυρους…»
κι όταν ήρθανε κι άλλοι / να τους κάνει συν-δούλους
«Ασπασθείτε πρωκτόκωλον» / τους απήτησ’ υπούλως
και εκείνοι δεν ξέρανε / τι ‘ναι τρομοκρατία
αμαρτίας επίκληση / άμα τηι ευκαιρίαι
και δεν τό ‘χαν γι’ αμάρτημα / να φιλήσουν και κώλους
μα Εκείνος Το Εδήλωσε / και τους τάπωσε όλους
Και κανείς δεν ετόλμησε / ν’ αντιδράσει απ’ το πλήθος
τα κρυφά τους τα ήθη / έτσι ονόμασαν Ήθος
Και το ήθος σεβάστηκαν / αχ! με πόση τρομάρα!
τις κρυφές τους συνήθειες / τις κατήπιαν γαργάρα!
Και τους Είπε: είμαι πλέον / απ’ όλους σας ο πιο Γηραιός
Από τούδε θα λέγομαι και ο πιο Ιερός
και κανείς δεν κατάλαβε / ποιο θα ήταν το κέρδος
μα γι’ αυτούς «Ιερός» / ήταν μόνος ο κέδρος
Και τους Είπε «αν θέλετε / να σβηστούν οι αμαρτίες σας
αρνηθείτε ό,τι έχετε / και τις περιουσίες σας»
Και ιδρύθηκαν έτσι / παντού μοναστήρια
και γεμίσανε όλα / από μαλακιστήρια
που ποτέ τους δεν βρήκανε / ηδονή σε μουνί
κι έτσι όλα κατέληξαν / να βρεθούν στη μονή
Έτσι εύκολα πια / επεχειρήθη το Σχέδιο
αφού έγινε ο κόσμος / ηθικό ναρκοπέδιο
Μη! εδώ, μη! εκεί / και στο τέλος μονάχα
οι «μυημένοι» εγνώριζαν / πως να βγουν απ’ την φάκα
Για την πίστη όλα γίνονταν / τού χρυσού -εννοείται-
μα κι αυτό το παράλλαξαν / «τού Χριστού» πια καλείται
The goods in havens
Ούτως και «τα εμπορεύματα / τα καλά στα λιμάνια»
τά ‘παν «θεούς στους ουρανούς» / και τους καίνε λιβάνια
Τότε εκείνος Ελάλησε / με βοή υπηκόου
Βοή θεία την ονόμασε «θαύματος», / κάποιου άγνωστου ογδόου
μα εκείνοι δεν ξέρανε τι ‘ναι τούτο το «θαύμα»
μέχρι τότε γνωρίζανε τι ‘ναι μόνο το καύμα
που τους κάναν στα υπόγεια / τα μουχλιασμένα
με τα hieρα (σίδερα) / τα διαπυρωμένα
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού γείτονα / μην και σας συνεπάρουν»
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού Δαίμονα / μην και σας συνεπάρουν»
Και εκείνοι το πίστεψαν / γιατί αλλιώς θά ‘ταν άπιστοι
και το καύμα περίμεναν / ως «Αντίχριστοι» άχρηστοι
γιατί στον άπιστο ετούτον κόσμο και τα βασανιστήρια
πρέπει πάντα να φαίνουν ως νά ‘ταν εξαγνιστήρια
…και «εξαγνισμός» να σας πω «διά πυρός» πως σημαίνει
τού «θεού» προσημείωση, / ράβδος διαπυρωμένη
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν παλμούς
και τους είπανε όρθρους και τους είπαν ψαλμούς
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν δονήσεις
και ο Διόνυσος έγινε «Άγιος Διονύσης»
κι ευλογήσαν τα γένια τους και την πέσαν στη μάσα
κι απ’ το αίμα βαφτήκανε και τα είπανε ράσα
«Σκληρόν προς κέντρον λακτίζειν»
και τον κέδρο «κεντρί», τα κοτόπουλα «οψάρια»
κι όλα πλέον γεινήκανε απομεινάρια
τους ορφνούς ορφανούς και τις άρες κατάρες
και κανείς πια δεν ξέρει παρεκτός κουταμάρες
It’s hard kicking against the goad
τον Νώε «Γνώστη», τους ψευδείς «μοναχούς»
την βουκέντρα «θεό», τους ευγενείς «εθνικούς»
και «μαρτύριο» την βάσανο, την σιωπή «μαρτυρία»
και τους Μύστες τούς ρίξανε μες στα θηρία
«σωτηρία» την απώλεια, το ολοκαύτωμα «θαύμα»
και κανένας δεν ξέρει τι ήταν τότε το καύμα
Κι η φωνή τού δασκάλου έχει πια ξεχασθεί
αυτού πού ‘πε «Ό,τι έχει χαθεί
μην τ’ αφήνεις να σβήσει κι έτσι να μαραθεί
Όποιος ξέχασε ίσως ξανά θυμηθεί»
Κι η φωνή τού Δασκάλου έχει μείνει συντρίμμια
γιατί τον διεσπάραξαν τα σκυλιά και τ’ αγρίμια
Κι η φωνή του Δασκάλου έχει γίνει αχός
γιατί είναι σκληρόν εν αμαρτία(ι) μοναχός
13-6-2001, 21:00 - 00:46, (14-6-2001)
Αυτό το ποίημα το κυκλοφόρησα σε μια διαδήλωση (μετά συναυλίας, αν θυμάμαι καλά) στην Αθήνα σε μορφή φωτοτυπίας Α4. Λίγον καιρό αργότερα βρήκα ένα άρθρο σ' ένα φυλλάδιο των μαρτύρων τού ιεχωβά με τίτλο "Ηθικό ναρκοπέδιο". Να τους ευχαριστήσω για την λογοκλοπή (plagiarism)! Και μην μού πει κανείς οτι τα εμετικά δίκτυα των χαφιέδων τού γιαχβέ δεν είχαν διακινήσει την πληροφορία...
:Η φωνή του δασκάλου
ελεγκτική αντηχούσε μέσα -λες- στο κεφάλι του
ξανά και ξανά
κι έτσι τότε κι αυτός
αποφάσισε
ν’ αμαρτήσουνε κι άλλοι
Τού τό είπε ο δάσκαλος / πως δεν κάνει για τόξα
αλλ’ αυτός αχαλίνωτος / πορωμένος για δόξα
Μες στο νου του είχε τρύπα / πιο βαθιά κι απ’ τον πόντο
κι ότι τού ‘λεγες έπεφτε / στο κενό και στον βρόντο
Το κρατούσε στον δάσκαλο / που τον έθιξε πόσο
σαν παρθένα αδιάπυρη / τού ‘χε μπει «μόνο τόσο»
Όταν ήρθε ο κλήρος του / να ορίσει τον στόχο
μαλακίες αμέτρητες / κι όλοι πέσαν σε βρόχο
Σημαδεύανε αλλού / ‘τι διττές οι οδηγίες του
και τα βέλη ξεστράτισαν / και με τις ευλογίες του
Του το είπε ο δάσκαλος / να μην είναι κρυψίνους
μα εκείνος συντάχτηκε / με σκολιούς και κρετίνους
Με μια τέτοια μεθόδευση / τώρα πλέον μπορούσε
να τους πει πως αμάρτησαν / αφού τόσο μισούσε
και κανείς δεν κατάλαβε / τι σκολιότης τον είχε
κι από τότε κατάφερε / που και που και υπερείχε
Έτσι τότε αποφάσισε / να το κάνει τσιτάτο:
«αμαρτίες αν δεν είχατε / θά ‘στε τώρα εδώ κάτω?»
Κι όλοι τότε απόρησαν / από που η βεβαιότης
και εκείνος επέσπευσε / να φανεί ως θεότης
κι ήταν τόση η επιτήδευση / που τους θάμπωσε όλους:
«οπόταν έθεσα εγώ τους στόχους / τους επέτυχα όλους»
Τους δικούς τους τους στόχους ψιθύρισαν / οτι είχε πετύχει
τα δικά τους τα βέλη ενίοτε / για δικά του επεδείχθη (ισχυρίσθη)
και του είπε ο δάσκαλος / «Να ‘ν’ η νίκη δική σου
μην μειώνεις τους άλλους / ν‘ ανεβεί η τιμή σου»
και τον δάσκαλο χτύπησε / όπως κι όταν μπορούσε
μα στα σκέλια εμάζευε / την ουρά, δεν κοτούσε…
και την έπαρση σήκωσε / ψηλά σαν σημαία
και Θρησκεία την έκανε / της Σοφίας σιαμαία
Κι είπαν κάποιοι πως «αν / άλλη μια ερμηνεία δεν χωρούσε
τότ’ εκείνος ο Διάβολος / πως και θα λειτουργούσε?»
Και τους είπε καθάρματα / κι αριστεροφασίστες
γιατί κάποιοι τον πίστεψαν / και τους έχρισε «μύστες»
και σκεφτήκανε κάποιοι / «μας ονόμασε όναγρους
μέλλοντα ολοκαυτώματα / αλλά και αμαυρόμαυρους…»
κι όταν ήρθανε κι άλλοι / να τους κάνει συν-δούλους
«Ασπασθείτε πρωκτόκωλον» / τους απήτησ’ υπούλως
και εκείνοι δεν ξέρανε / τι ‘ναι τρομοκρατία
αμαρτίας επίκληση / άμα τηι ευκαιρίαι
και δεν τό ‘χαν γι’ αμάρτημα / να φιλήσουν και κώλους
μα Εκείνος Το Εδήλωσε / και τους τάπωσε όλους
Και κανείς δεν ετόλμησε / ν’ αντιδράσει απ’ το πλήθος
τα κρυφά τους τα ήθη / έτσι ονόμασαν Ήθος
Και το ήθος σεβάστηκαν / αχ! με πόση τρομάρα!
τις κρυφές τους συνήθειες / τις κατήπιαν γαργάρα!
Και τους Είπε: είμαι πλέον / απ’ όλους σας ο πιο Γηραιός
Από τούδε θα λέγομαι και ο πιο Ιερός
και κανείς δεν κατάλαβε / ποιο θα ήταν το κέρδος
μα γι’ αυτούς «Ιερός» / ήταν μόνος ο κέδρος
Και τους Είπε «αν θέλετε / να σβηστούν οι αμαρτίες σας
αρνηθείτε ό,τι έχετε / και τις περιουσίες σας»
Και ιδρύθηκαν έτσι / παντού μοναστήρια
και γεμίσανε όλα / από μαλακιστήρια
που ποτέ τους δεν βρήκανε / ηδονή σε μουνί
κι έτσι όλα κατέληξαν / να βρεθούν στη μονή
Έτσι εύκολα πια / επεχειρήθη το Σχέδιο
αφού έγινε ο κόσμος / ηθικό ναρκοπέδιο
Μη! εδώ, μη! εκεί / και στο τέλος μονάχα
οι «μυημένοι» εγνώριζαν / πως να βγουν απ’ την φάκα
Για την πίστη όλα γίνονταν / τού χρυσού -εννοείται-
μα κι αυτό το παράλλαξαν / «τού Χριστού» πια καλείται
The goods in havens
Ούτως και «τα εμπορεύματα / τα καλά στα λιμάνια»
τά ‘παν «θεούς στους ουρανούς» / και τους καίνε λιβάνια
Τότε εκείνος Ελάλησε / με βοή υπηκόου
Βοή θεία την ονόμασε «θαύματος», / κάποιου άγνωστου ογδόου
μα εκείνοι δεν ξέρανε τι ‘ναι τούτο το «θαύμα»
μέχρι τότε γνωρίζανε τι ‘ναι μόνο το καύμα
που τους κάναν στα υπόγεια / τα μουχλιασμένα
με τα hieρα (σίδερα) / τα διαπυρωμένα
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού γείτονα / μην και σας συνεπάρουν»
«Εσείς ζώα» -τους είπανε- «είσαστε / γι’ αυτό και σας μαρκάρουν
με τα ζώα τού Δαίμονα / μην και σας συνεπάρουν»
Και εκείνοι το πίστεψαν / γιατί αλλιώς θά ‘ταν άπιστοι
και το καύμα περίμεναν / ως «Αντίχριστοι» άχρηστοι
γιατί στον άπιστο ετούτον κόσμο και τα βασανιστήρια
πρέπει πάντα να φαίνουν ως νά ‘ταν εξαγνιστήρια
…και «εξαγνισμός» να σας πω «διά πυρός» πως σημαίνει
τού «θεού» προσημείωση, / ράβδος διαπυρωμένη
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν παλμούς
και τους είπανε όρθρους και τους είπαν ψαλμούς
και τους είχαν ορθούς ν’ αναπέμπουν δονήσεις
και ο Διόνυσος έγινε «Άγιος Διονύσης»
κι ευλογήσαν τα γένια τους και την πέσαν στη μάσα
κι απ’ το αίμα βαφτήκανε και τα είπανε ράσα
«Σκληρόν προς κέντρον λακτίζειν»
και τον κέδρο «κεντρί», τα κοτόπουλα «οψάρια»
κι όλα πλέον γεινήκανε απομεινάρια
τους ορφνούς ορφανούς και τις άρες κατάρες
και κανείς πια δεν ξέρει παρεκτός κουταμάρες
It’s hard kicking against the goad
τον Νώε «Γνώστη», τους ψευδείς «μοναχούς»
την βουκέντρα «θεό», τους ευγενείς «εθνικούς»
και «μαρτύριο» την βάσανο, την σιωπή «μαρτυρία»
και τους Μύστες τούς ρίξανε μες στα θηρία
«σωτηρία» την απώλεια, το ολοκαύτωμα «θαύμα»
και κανένας δεν ξέρει τι ήταν τότε το καύμα
Κι η φωνή τού δασκάλου έχει πια ξεχασθεί
αυτού πού ‘πε «Ό,τι έχει χαθεί
μην τ’ αφήνεις να σβήσει κι έτσι να μαραθεί
Όποιος ξέχασε ίσως ξανά θυμηθεί»
Κι η φωνή τού Δασκάλου έχει μείνει συντρίμμια
γιατί τον διεσπάραξαν τα σκυλιά και τ’ αγρίμια
Κι η φωνή του Δασκάλου έχει γίνει αχός
γιατί είναι σκληρόν εν αμαρτία(ι) μοναχός
13-6-2001, 21:00 - 00:46, (14-6-2001)
Αυτό το ποίημα το κυκλοφόρησα σε μια διαδήλωση (μετά συναυλίας, αν θυμάμαι καλά) στην Αθήνα σε μορφή φωτοτυπίας Α4. Λίγον καιρό αργότερα βρήκα ένα άρθρο σ' ένα φυλλάδιο των μαρτύρων τού ιεχωβά με τίτλο "Ηθικό ναρκοπέδιο". Να τους ευχαριστήσω για την λογοκλοπή (plagiarism)! Και μην μού πει κανείς οτι τα εμετικά δίκτυα των χαφιέδων τού γιαχβέ δεν είχαν διακινήσει την πληροφορία...
Κατήφη(σι)ς
Όταν ήμουν σχολειόπαιδο
ο πατέρας μ’ επέπληξε
‘τι ο βαθμός μου είχε πέσει
στην ιερή προπαγάνδα
Ο ευτυχής παπαγάλος
πρέπει - λέει- να ξέρει
ολοσδιόλου «απ’ έξω»
κάθε στίχο τού ψέματος
να υπακούει εντελώς
να πιστεύει αηδίες
να εκτελέσει εντολές
που εκτελούν και τον ίδιο
Μιας και τό ‘πε ο μαλάκας
και μαρτύρησε υπέρ του και ο πρώτος ηλίθιος
πρέπει εμείς να πιστεύουμε
πως η γη δεν γυρίζει
Ο μπαμπούλας μας μήνυσε
το κεφάλι αν δεν κύψουμε
θα μας πλήξει η μάστιγα
και δεν θά ‘χουμε μέλλον
Μα κανείς δεν μας είπε
τι ‘ν’ αυτός ο «θεός» τους
Τι άθλιο δίχτυ είν’ αυτό
πού ‘χει αντιά μας στηθεί
Στην μπαρούφα επιδίδονταν
όλοι οι εμπνευστές του
Την μπαρούφα ευλόγησαν
και την είπαν «θεό»
Κι ο «θεός» τους μας χτύπησε
με λοστούς και με λίθους
Με ατάκες και πύραυλους
σκολιανά κι απειλές
Και δεν βρήκαμε άκρη
Το σκοτάδι λαβύρινθος
και μια πόρνη αριάγνη
μας προσφέρει ευνή
να το δει ο Αμάν της, να πει
«και στο σπίτι μου ακόμα
την γυναίκα μου θέλει
να πηδήξει ο άθλιος (τούτος)?»
Έτσι η πόρνη επιδίδεται
με σπουδή στις σπονδές της
κι η κενότης αγάλλεται
απ’ την πλέρια ηδονή
Κι εκτυλίσσει το νήμα της
σαν μια δόλια αράχνη
κι εγκλωβίζει στην τρύπα της
«θεό», τέλος κι αρχή
Αποστέρηση, έλεγχος επιθυμίας
διαπλάτυνση έννοιας «παρανομία»
απαγόρευση, άρνηση
και έπειτα ασύστολη η παροχή
είν’ ετούτη τού Τάο η οδός η αιώνια
που κρατεί με το άγνωστο και με την ειρωνεία
την κατάρα, τον τρόμο, τον αέναο πόλεμο
κι εντελώς εξεργάζεται την διαρκή Απειλή
(ανελλιπώς ετοιμάζοντας την διαρκή Απειλή)
29-5-2001, 22:00 - 00:33, 30-5-2001
ο πατέρας μ’ επέπληξε
‘τι ο βαθμός μου είχε πέσει
στην ιερή προπαγάνδα
Ο ευτυχής παπαγάλος
πρέπει - λέει- να ξέρει
ολοσδιόλου «απ’ έξω»
κάθε στίχο τού ψέματος
να υπακούει εντελώς
να πιστεύει αηδίες
να εκτελέσει εντολές
που εκτελούν και τον ίδιο
Μιας και τό ‘πε ο μαλάκας
και μαρτύρησε υπέρ του και ο πρώτος ηλίθιος
πρέπει εμείς να πιστεύουμε
πως η γη δεν γυρίζει
Ο μπαμπούλας μας μήνυσε
το κεφάλι αν δεν κύψουμε
θα μας πλήξει η μάστιγα
και δεν θά ‘χουμε μέλλον
Μα κανείς δεν μας είπε
τι ‘ν’ αυτός ο «θεός» τους
Τι άθλιο δίχτυ είν’ αυτό
πού ‘χει αντιά μας στηθεί
Στην μπαρούφα επιδίδονταν
όλοι οι εμπνευστές του
Την μπαρούφα ευλόγησαν
και την είπαν «θεό»
Κι ο «θεός» τους μας χτύπησε
με λοστούς και με λίθους
Με ατάκες και πύραυλους
σκολιανά κι απειλές
Και δεν βρήκαμε άκρη
Το σκοτάδι λαβύρινθος
και μια πόρνη αριάγνη
μας προσφέρει ευνή
να το δει ο Αμάν της, να πει
«και στο σπίτι μου ακόμα
την γυναίκα μου θέλει
να πηδήξει ο άθλιος (τούτος)?»
Έτσι η πόρνη επιδίδεται
με σπουδή στις σπονδές της
κι η κενότης αγάλλεται
απ’ την πλέρια ηδονή
Κι εκτυλίσσει το νήμα της
σαν μια δόλια αράχνη
κι εγκλωβίζει στην τρύπα της
«θεό», τέλος κι αρχή
Αποστέρηση, έλεγχος επιθυμίας
διαπλάτυνση έννοιας «παρανομία»
απαγόρευση, άρνηση
και έπειτα ασύστολη η παροχή
είν’ ετούτη τού Τάο η οδός η αιώνια
που κρατεί με το άγνωστο και με την ειρωνεία
την κατάρα, τον τρόμο, τον αέναο πόλεμο
κι εντελώς εξεργάζεται την διαρκή Απειλή
(ανελλιπώς ετοιμάζοντας την διαρκή Απειλή)
29-5-2001, 22:00 - 00:33, 30-5-2001
Ετικέτες
2001 Μάιος,
ΑΣΥΡΜΑΤΑ ΑΘΥΡΜΑΤΑ,
Κατήφη(σι)ς
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Ο χορός τού φιδιού
Το φίδι χορεύει μαγεμένο απ’ τον αυλό
κι ο διάβολος παίζει μουσική για να πλανεύει την σκέψη`
κορμιά που κινούνται χωρίς ρυθμό
σε μια κυκλική περιδίνηση
χωρίς εξέλιξη,
με τον μοιραίο προορισμό
της μη εξόδου,
καρκίνοι και σκορπιοί
που βουλιάζουν μέσα στα βρώμικα νερά
μιας ανεξέλεγκτης επιβίωσης
στοιβαγμένοι κι ασύνειδοι
φοβισμένοι παράφρονες
που τα κενά τους κουφάρια αποφασίστηκε
να μείνουν θαμμένα να δείχνουν την πορεία του χρόνου
Απολιθωμένα
Τόσο μίσος, τόσο άγιο αίμα
καταβοθρισμένο στην ζωντανή αντίφαση
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
Η άχρηστη δυσαρέσκεια στοιβαγμένη κατά στρώματα
πίνει μοναχικά τους δηλητηριώδεις χυμούς των καρπών της
στην υγειά του εαυτού της που πεθαίνει
στενάζοντας κάτω απ’ το αφόρητο βάρος
των αποτελεσμάτων της που συσσωρεύονταν προσθετικά με τον χρόνο
Κορμιά που χορεύουν άρρυθμα
την τυφλή άγνοια ζωσμένα,
το φίδι που τρώει την ουρά του και πεθαίνει
κουλουριασμένο σαν ζώνη γύρω απ’ την μέση τους
απελπισμένα βαστάζοντας το ασύλληπτο βάρος
του χιτώνα που ανεμίζει δίχως βάρος
αποκαλύπτοντας ό,τι υποτίθεται πως θά ‘πρεπε να κρύβει,
το ασύλληπτο βάρος τής ελαφρότητας
τής γυμνής τους συνείδησης που κείται ναρκωμένη
σαν ερπετό που γδέρνεται με πλήρη άγνοια
πάνω στην ασβεστολιθική σπονδυλική στήλη της Γης
σε κώμα πέφτοντας κάθε που η Υπέρτατη Συνείδηση του Κόσμου
μηχανεί το ανάστημά της για να μετρήσει την Γνώση
Και το φίδι συνεχίζει την καταστροφική του πορεία
με πλήρη άγνοια τής θανάσιμής του αντίφασης
χωρίς να γνωρίζει πως υπάρχει πορεία
- γιατί το ταξίδι δεν γεννήθηκε ακόμη -
επιστρέφοντας παντοτινά μες στην ατέρμονή του περιδίνηση
άπειρη κι αδιέξοδη
που οδηγεί ξανά σε τούτη την μεσαίωνη νύχτα
- που τα χρώματα της ίριδας δεν έλαμψαν ακόμη -
που η σκουριασμένη ζώνη του χορού
συνεχίζει να γλείφει με την διχασμένη της γλώσσα
το αιδοίο της μητέρας του Κόσμου
γεννώντας ακόμη εκτρώματα τέρατα
«πολιτισμένους»
άγγελους πεσμένους
με κομμένη την ουρά τους συνωμοτικά
με την δικαοσύνη τους πουλημένη στην άγνοια
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
- σ’ έναν κόσμο που η θεϊκή διόραση δεν έλαμψε ακόμη -
Εκεί το φίδι χορεύοντας προσπαθεί ν’ ανυψωθεί
χωρίς να μπορεί να υπερβεί την μοιραία ματαιότητά του
χωρίς να μπορεί να ενωθεί με το Σύμπαν
παρά μονάχα με τον θάνατό του
απελπισμένα προσπαθώντας συνεχώς ν’ αποπλανήσει
την φαντασία που εκπορεύεται εκ του Φωτός
μετερχόμενο πάντων αθλιότητας και δόλου
υπεκφυγής, υποκρισίας και ψεύδους
- σ’ έναν κόσμο που οι δείκτες τής ζωής δεν φανερώθηκαν ακόμη -
εκεί, το φίδι φυλακισμένο για πάντα
μέσα στο οικοδόμημα της Γης
μέσα στην ραχοκοκκαλιά της Σκέψης
μπορεί μονάχα να πλουτίζει την Συνείδηση
προσφέροντας την νεκρική του σωρό
σαν βάση για την Γέφυρα που οδεύει προς την Γνώση
Ο φύλακας Θωρ γίνεται στάχτη
για να περάσει ο ταξιδιάρης σεβάσμιος Δίας
κι ο παντοδύναμος Χριστός
πάνω απ’ τα σκαλοπάτια που ευθύς αμέσως γκρεμίζονται
εκπληρώνοντας έτσι τον θείο τους σκοπό
μια προσφορά στην πορεία
στο ταξίδι που ξετυλίγεται
στο θείο άσυλο σχολείο τής ζωής
που όποιος την προσβάλλει τιμωρείται
με μύριους τρόπους που προβλέπονται
από τους Νόμους που διέπουν το Σύμπαν
1-1-1995, 00:00 - 02:15, 8680
Στον Νικόλαο Καζαντζάκη
Όστις διεγείρει έριδαν (έχιδ(ν)αν), είναι ως ο εκφράττων τα ύδατα.
κι ο διάβολος παίζει μουσική για να πλανεύει την σκέψη`
κορμιά που κινούνται χωρίς ρυθμό
σε μια κυκλική περιδίνηση
χωρίς εξέλιξη,
με τον μοιραίο προορισμό
της μη εξόδου,
καρκίνοι και σκορπιοί
που βουλιάζουν μέσα στα βρώμικα νερά
μιας ανεξέλεγκτης επιβίωσης
στοιβαγμένοι κι ασύνειδοι
φοβισμένοι παράφρονες
που τα κενά τους κουφάρια αποφασίστηκε
να μείνουν θαμμένα να δείχνουν την πορεία του χρόνου
Απολιθωμένα
Τόσο μίσος, τόσο άγιο αίμα
καταβοθρισμένο στην ζωντανή αντίφαση
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
Η άχρηστη δυσαρέσκεια στοιβαγμένη κατά στρώματα
πίνει μοναχικά τους δηλητηριώδεις χυμούς των καρπών της
στην υγειά του εαυτού της που πεθαίνει
στενάζοντας κάτω απ’ το αφόρητο βάρος
των αποτελεσμάτων της που συσσωρεύονταν προσθετικά με τον χρόνο
Κορμιά που χορεύουν άρρυθμα
την τυφλή άγνοια ζωσμένα,
το φίδι που τρώει την ουρά του και πεθαίνει
κουλουριασμένο σαν ζώνη γύρω απ’ την μέση τους
απελπισμένα βαστάζοντας το ασύλληπτο βάρος
του χιτώνα που ανεμίζει δίχως βάρος
αποκαλύπτοντας ό,τι υποτίθεται πως θά ‘πρεπε να κρύβει,
το ασύλληπτο βάρος τής ελαφρότητας
τής γυμνής τους συνείδησης που κείται ναρκωμένη
σαν ερπετό που γδέρνεται με πλήρη άγνοια
πάνω στην ασβεστολιθική σπονδυλική στήλη της Γης
σε κώμα πέφτοντας κάθε που η Υπέρτατη Συνείδηση του Κόσμου
μηχανεί το ανάστημά της για να μετρήσει την Γνώση
Και το φίδι συνεχίζει την καταστροφική του πορεία
με πλήρη άγνοια τής θανάσιμής του αντίφασης
χωρίς να γνωρίζει πως υπάρχει πορεία
- γιατί το ταξίδι δεν γεννήθηκε ακόμη -
επιστρέφοντας παντοτινά μες στην ατέρμονή του περιδίνηση
άπειρη κι αδιέξοδη
που οδηγεί ξανά σε τούτη την μεσαίωνη νύχτα
- που τα χρώματα της ίριδας δεν έλαμψαν ακόμη -
που η σκουριασμένη ζώνη του χορού
συνεχίζει να γλείφει με την διχασμένη της γλώσσα
το αιδοίο της μητέρας του Κόσμου
γεννώντας ακόμη εκτρώματα τέρατα
«πολιτισμένους»
άγγελους πεσμένους
με κομμένη την ουρά τους συνωμοτικά
με την δικαοσύνη τους πουλημένη στην άγνοια
της αναίτιας κι άσκοπης εκδίκησης και της τυφλής υποταγής
- σ’ έναν κόσμο που η θεϊκή διόραση δεν έλαμψε ακόμη -
Εκεί το φίδι χορεύοντας προσπαθεί ν’ ανυψωθεί
χωρίς να μπορεί να υπερβεί την μοιραία ματαιότητά του
χωρίς να μπορεί να ενωθεί με το Σύμπαν
παρά μονάχα με τον θάνατό του
απελπισμένα προσπαθώντας συνεχώς ν’ αποπλανήσει
την φαντασία που εκπορεύεται εκ του Φωτός
μετερχόμενο πάντων αθλιότητας και δόλου
υπεκφυγής, υποκρισίας και ψεύδους
- σ’ έναν κόσμο που οι δείκτες τής ζωής δεν φανερώθηκαν ακόμη -
εκεί, το φίδι φυλακισμένο για πάντα
μέσα στο οικοδόμημα της Γης
μέσα στην ραχοκοκκαλιά της Σκέψης
μπορεί μονάχα να πλουτίζει την Συνείδηση
προσφέροντας την νεκρική του σωρό
σαν βάση για την Γέφυρα που οδεύει προς την Γνώση
Ο φύλακας Θωρ γίνεται στάχτη
για να περάσει ο ταξιδιάρης σεβάσμιος Δίας
κι ο παντοδύναμος Χριστός
πάνω απ’ τα σκαλοπάτια που ευθύς αμέσως γκρεμίζονται
εκπληρώνοντας έτσι τον θείο τους σκοπό
μια προσφορά στην πορεία
στο ταξίδι που ξετυλίγεται
στο θείο άσυλο σχολείο τής ζωής
που όποιος την προσβάλλει τιμωρείται
με μύριους τρόπους που προβλέπονται
από τους Νόμους που διέπουν το Σύμπαν
1-1-1995, 00:00 - 02:15, 8680
Στον Νικόλαο Καζαντζάκη
Όστις διεγείρει έριδαν (έχιδ(ν)αν), είναι ως ο εκφράττων τα ύδατα.
Ετικέτες
1995 Ιανουάριος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
Ο χορός τού φιδιού
Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010
Αίγαγρος
Ψηλά, πιο ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς να φτάσεις
μέχρι εκεί που το βουνό αγγίζει τον ουρανό
ως εκεί που τα σύννεφα ανεβάζουν τις σκιές τους
για να πέσουν στον γκρεμό τής άλλης πλευράς
Εκεί μπορείς ν’ ανεβείς, αψηφώντας τον κίνδυνο που θά ‘χει τελειώσει
και να σταθείς στον πιο απόκρημνο βράχο
αφημένος στο χάδι του ανέμου
και στις ακτίνες του Ήλιου καθώς φτάνουν στην Γη
μες απ’ τα κομμάτια γαλανού ουρανού
που αφήνουν να φανεί ανάμεσά τους τα σύννεφα
Εκεί μπορείς να σταθείς ν’ ατενίζεις
το χάος κάτω από τα δυνατά σου πόδια
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
όλα γυρνούν, περνούν και χάνονται
Σύννεφα φαίνονται στον ορίζοντα
έρχονται, κρύβουν το φως
οι σκιές τους γκρεμίζονται απ’ την άλλη πλευρά
κι είσαι ακόμα στημένος εκεί ν’ ατενίζεις το χάος
Όσο τ’ αγέρι θα φυσά θά ‘σ’ ελεύθερος
φτάνει νά ‘χεις δικό σου τον πιο απόκρημνο βράχο
στο ψηλότερο βουνό
φτάνει ο δρόμος νά ‘ν’ ο πιο απότομος
αρκεί ο γκρεμός νά ‘ναι ο πιο μεγάλος…
γιατί όσο τ’ αγέρι θα φυσά στις πλαγιές των βουνών
όσο τα σύννεφα θα περνούν για να χαθούν από πίσω
όσο τα νερά θα καταρρέουν για να γίνονται χείμαρροι
θα σε βρίσκω εκεί ψηλά, εκστατικό και μόνο
να δίνεσαι στον άνεμο που φυσά στο κορμί σου
ακούγοντας μονάχα το φύσημά του στο χάος
Κορμί αγέρωχο, στο χάδι του ανέμου
σε βρήκα πάλι
να προσπαθείς να καταλάβεις το άγριο κάλεσμά του
Πόδια δυνατά, δρασκελίζοντας το κενό
Μπορείς ν’ ανέβεις ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς
μέχρι εκεί που η κορφή του βουνού αγγίζει τον ουρανό
μέχρι εκεί που μονάχα το φως μπορεί να φτάσει
μέχρι εκεί που οι σκιές ανεβαίνουν
για να γκρεμιστούν απ’ την άλλη πλευρά
ως εκεί που οι εποχές συναντώνται στο κύλισμα του χρόνου
κι ο άνεμος φυσά αναιώνια χαϊδεύοντας το ελεύθερο κορμί σου
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
συνεχίζεις να μένεις ακίνητος κι αγέρωχος κι εκστατικός
στημένος στα πιο απόκρημνα σημεία
Άνεμε, πάρε στα χέρια σου τούτο δω το κορμί’
δως του ζωή και δύναμη και θέρμη
και χάρισέ του πόδια δυνατά και άφοβα
ν’ αναρριχάται στα πιο ψηλά βουνά
καθώς αναλωνόμενος ακούει την σιωπή τής απείρου
καθώς εκστατικός νοιώθει το ζωογόνο αγέρι
να φουντώνει μέσα του την άσβεστη φωτιά της ζωής
καθώς ελεύθερος τρέχει στις πιο απότομες πλαγιές
και στροβιλίζεται
και δρασκελίζει τους χειμάρρους
για ν’ αφεθεί ξανά μόνος του με τον άνεμο
στην μεγαλύτερη αρμονία και στην βαθύτερη ηρεμία του
Αν έχεις την δύναμη, την υπομονή και την τόλμη
να περιμένεις να με δεις καθώς αναλώνομαι
ακούγοντας το άγριο κάλεσμα τού ανέμου
τη μέθη της ζωής θα νοιώσεις κι εσύ
γιατί ψηλά θ’ ανεβείς, όσο ψηλότερα μπορείς ν’ ανεβείς
και θα νοιώσεις το φύσημα τού ανέμου
και θ’ ακούσεις την φωνή τής απείρου να σε καλεί
1-11-1987, 6062
μέχρι εκεί που το βουνό αγγίζει τον ουρανό
ως εκεί που τα σύννεφα ανεβάζουν τις σκιές τους
για να πέσουν στον γκρεμό τής άλλης πλευράς
Εκεί μπορείς ν’ ανεβείς, αψηφώντας τον κίνδυνο που θά ‘χει τελειώσει
και να σταθείς στον πιο απόκρημνο βράχο
αφημένος στο χάδι του ανέμου
και στις ακτίνες του Ήλιου καθώς φτάνουν στην Γη
μες απ’ τα κομμάτια γαλανού ουρανού
που αφήνουν να φανεί ανάμεσά τους τα σύννεφα
Εκεί μπορείς να σταθείς ν’ ατενίζεις
το χάος κάτω από τα δυνατά σου πόδια
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
όλα γυρνούν, περνούν και χάνονται
Σύννεφα φαίνονται στον ορίζοντα
έρχονται, κρύβουν το φως
οι σκιές τους γκρεμίζονται απ’ την άλλη πλευρά
κι είσαι ακόμα στημένος εκεί ν’ ατενίζεις το χάος
Όσο τ’ αγέρι θα φυσά θά ‘σ’ ελεύθερος
φτάνει νά ‘χεις δικό σου τον πιο απόκρημνο βράχο
στο ψηλότερο βουνό
φτάνει ο δρόμος νά ‘ν’ ο πιο απότομος
αρκεί ο γκρεμός νά ‘ναι ο πιο μεγάλος…
γιατί όσο τ’ αγέρι θα φυσά στις πλαγιές των βουνών
όσο τα σύννεφα θα περνούν για να χαθούν από πίσω
όσο τα νερά θα καταρρέουν για να γίνονται χείμαρροι
θα σε βρίσκω εκεί ψηλά, εκστατικό και μόνο
να δίνεσαι στον άνεμο που φυσά στο κορμί σου
ακούγοντας μονάχα το φύσημά του στο χάος
Κορμί αγέρωχο, στο χάδι του ανέμου
σε βρήκα πάλι
να προσπαθείς να καταλάβεις το άγριο κάλεσμά του
Πόδια δυνατά, δρασκελίζοντας το κενό
Μπορείς ν’ ανέβεις ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς
μέχρι εκεί που η κορφή του βουνού αγγίζει τον ουρανό
μέχρι εκεί που μονάχα το φως μπορεί να φτάσει
μέχρι εκεί που οι σκιές ανεβαίνουν
για να γκρεμιστούν απ’ την άλλη πλευρά
ως εκεί που οι εποχές συναντώνται στο κύλισμα του χρόνου
κι ο άνεμος φυσά αναιώνια χαϊδεύοντας το ελεύθερο κορμί σου
Σαν να μην μετρά για σένα ο χρόνος
συνεχίζεις να μένεις ακίνητος κι αγέρωχος κι εκστατικός
στημένος στα πιο απόκρημνα σημεία
Άνεμε, πάρε στα χέρια σου τούτο δω το κορμί’
δως του ζωή και δύναμη και θέρμη
και χάρισέ του πόδια δυνατά και άφοβα
ν’ αναρριχάται στα πιο ψηλά βουνά
καθώς αναλωνόμενος ακούει την σιωπή τής απείρου
καθώς εκστατικός νοιώθει το ζωογόνο αγέρι
να φουντώνει μέσα του την άσβεστη φωτιά της ζωής
καθώς ελεύθερος τρέχει στις πιο απότομες πλαγιές
και στροβιλίζεται
και δρασκελίζει τους χειμάρρους
για ν’ αφεθεί ξανά μόνος του με τον άνεμο
στην μεγαλύτερη αρμονία και στην βαθύτερη ηρεμία του
Αν έχεις την δύναμη, την υπομονή και την τόλμη
να περιμένεις να με δεις καθώς αναλώνομαι
ακούγοντας το άγριο κάλεσμα τού ανέμου
τη μέθη της ζωής θα νοιώσεις κι εσύ
γιατί ψηλά θ’ ανεβείς, όσο ψηλότερα μπορείς ν’ ανεβείς
και θα νοιώσεις το φύσημα τού ανέμου
και θ’ ακούσεις την φωνή τής απείρου να σε καλεί
1-11-1987, 6062
Ετικέτες
1987 Νοέμβριος,
Αίγαγρος,
Αιγόκερως,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
Capriccio,
Capricorn
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Γλυκειά κατάνυξη
Τα καλύτερα τραγούδια
δεν ακούστηκαν ποτέ
Οι καλύτεροι στίχοι
δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι πιο γλυκές μελωδίες
χάθηκαν μαζί με τ’ όνειρο
Ποτέ κανείς δεν θα τις ακούσει
Τυχερή μου ψυχή
κοινώνησες για λίγο την χαρά
Τυχερή μου καρδιά
κρατήθηκες για λίγο στον ρυθμό
στο πιο γλυκό του κόσμου τραγούδι
Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές
Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές
Ας υψώσουν τ’ ακροπτέρυγά τους
να προσευχηθούν στον Ήλιο οι Αετοί
Τα καλύτερα τραγούδια δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι γλυκύτεροι στίχοι
τ’ ουρανού οι μελωδίες δεν γράφτηκαν ακόμη
28-10-1995, 8980
δεν ακούστηκαν ποτέ
Οι καλύτεροι στίχοι
δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι πιο γλυκές μελωδίες
χάθηκαν μαζί με τ’ όνειρο
Ποτέ κανείς δεν θα τις ακούσει
Τυχερή μου ψυχή
κοινώνησες για λίγο την χαρά
Τυχερή μου καρδιά
κρατήθηκες για λίγο στον ρυθμό
στο πιο γλυκό του κόσμου τραγούδι
Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές
Σκέψεις μαγικές, πριν σβήσετε
δονήστε του Κόσμου τις χορδές τις μαγικές
Ας υψώσουν τ’ ακροπτέρυγά τους
να προσευχηθούν στον Ήλιο οι Αετοί
Τα καλύτερα τραγούδια δεν γράφτηκαν ποτέ
Οι γλυκύτεροι στίχοι
τ’ ουρανού οι μελωδίες δεν γράφτηκαν ακόμη
28-10-1995, 8980
Ετικέτες
1995 Οκτώβριος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
Γλυκειά κατάνυξη
Άλλη μια σπίθα στον ουρανό
Μια σπίθα πετά στον ουρανό
ένας καθρέφτης απ’ την ψυχή φωνάζει «μην κλαις»
Η μέρα έρχεται πίσω ξανά
που το ουράνιο τόξο θα διαδεχτεί την βροχή
Κάποιος θα σου δείξει τον δρόμο
για να σε πάει μίλια μακριά
και να σε γυρίσει πίσω ξανά στο σπίτι…
Ξέχνα όλα τα προηγούμενα…
Σα μια σπίθα κι εσύ λαμπερή
που αφήνει τη ζέση της φλόγας
και πετιέται μακριά, για να μεσουρανήσει
και στην Γη πέφτοντας να ξανασβήσει…
Μην κλαις, λοιπόν, ξαναπροσπάθησε
ώσπου η φωτιά να σβήσει τελείως
Ίσως κι εσύ να γίνεις ένα τόσο δα αστέρι
άλλη μια σπίθα στον ουρανό
2-8-1985, 5241.
Αυτό το έχω σκεφτεί στ' αγγλικά όπου και μπορεί να μεταφερθεί υπέροχα!
ένας καθρέφτης απ’ την ψυχή φωνάζει «μην κλαις»
Η μέρα έρχεται πίσω ξανά
που το ουράνιο τόξο θα διαδεχτεί την βροχή
Κάποιος θα σου δείξει τον δρόμο
για να σε πάει μίλια μακριά
και να σε γυρίσει πίσω ξανά στο σπίτι…
Ξέχνα όλα τα προηγούμενα…
Σα μια σπίθα κι εσύ λαμπερή
που αφήνει τη ζέση της φλόγας
και πετιέται μακριά, για να μεσουρανήσει
και στην Γη πέφτοντας να ξανασβήσει…
Μην κλαις, λοιπόν, ξαναπροσπάθησε
ώσπου η φωτιά να σβήσει τελείως
Ίσως κι εσύ να γίνεις ένα τόσο δα αστέρι
άλλη μια σπίθα στον ουρανό
2-8-1985, 5241.
Αυτό το έχω σκεφτεί στ' αγγλικά όπου και μπορεί να μεταφερθεί υπέροχα!
LOVE
Love
Far from darkness above
Love
Ever unceasing stove
Love
Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life
Cry
While forevering try
Cry
Always wandering why
Cry
Time
Like the old sweetest wine
Time
After all you are mine
Time
Lust
always coming at last
Lust
through the hardest one dust
Lust
Shy
hear my infinite cry
Shy
crying afterwards why
Shy
Deep
with that shivering weep
Deep
through the wildest sleep
Deep
Free
all the powers that be;
Free
I ‘ll always be
Free
Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life
Love
far from darkness above
Love
ever unceasing stove
Love, the whitest dove
Love
Friday May 12, 1995. 20:30 - 21:30, 8811.
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' closing title
Γράφτηκε στην γειτονιά τής Βασιλικής Πρ. (παρότι δεν άκουγε σ' αυτό το όνομα...)
Far from darkness above
Love
Ever unceasing stove
Love
Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life
Cry
While forevering try
Cry
Always wandering why
Cry
Time
Like the old sweetest wine
Time
After all you are mine
Time
Lust
always coming at last
Lust
through the hardest one dust
Lust
Shy
hear my infinite cry
Shy
crying afterwards why
Shy
Deep
with that shivering weep
Deep
through the wildest sleep
Deep
Free
all the powers that be;
Free
I ‘ll always be
Free
Life
Oh! this evergood knife
Life
Hear the paradise’ fife
Life
Love
far from darkness above
Love
ever unceasing stove
Love, the whitest dove
Love
Friday May 12, 1995. 20:30 - 21:30, 8811.
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' closing title
Γράφτηκε στην γειτονιά τής Βασιλικής Πρ. (παρότι δεν άκουγε σ' αυτό το όνομα...)
Ετικέτες
1995 Μάιος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
LOVE
Οι αθάνατοι
Όλοι αυτοί που μας κοιτούν
με μάτια βουρκωμένα
Όλοι αυτοί που μας μιλούν
με χείλη σφραγισμένα
Όλοι αυτοί, χαίρονταν
κάποτε τον Ήλιο
Δεν θα μπορούν πια να μας δουν
γιατί δεν θα υπάρχουν πια
Δεν θα μπορούν να μας μιλήσουν
γιατί δεν θα μας ακούσουν ποτέ
Δεν θα μπορούν να σκεφτούν
γιατί ο καιρός δεν θα κυλά πια γι’ αυτούς
Όλοι όμως θα ζουν στο παρόν
θα ζουν μαζί μας
Όλοι όμως θα κοιτάζουν το φως
και θα το κοιτάζουν μαζί μας
Όλοι θα χαίρονται τη λάμψη του ήλιου
που θα λάμπει για χάρη τους
Όλοι θα χαίρονται τον Ήλιο
χλευάζοντας εμάς
που δεν τον είδαμε ποτέ
Θα μας χλευάζουν που δεν τον χαρήκαμε ποτέ
και ζούσαμε μες στο σκοτάδι
Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναγεννηθούν
θα θυμούνται τις παλιές ωραίες στιγμές
Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναζήσουν
θα θυμούνται εμάς
που δεν χαρήκαμε ποτέ τον Ήλιο
που δεν πεθάναμε για να ξαναζήσουμε
Ποτέ…
10-11-1984, 4976
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' opening title
με μάτια βουρκωμένα
Όλοι αυτοί που μας μιλούν
με χείλη σφραγισμένα
Όλοι αυτοί, χαίρονταν
κάποτε τον Ήλιο
Δεν θα μπορούν πια να μας δουν
γιατί δεν θα υπάρχουν πια
Δεν θα μπορούν να μας μιλήσουν
γιατί δεν θα μας ακούσουν ποτέ
Δεν θα μπορούν να σκεφτούν
γιατί ο καιρός δεν θα κυλά πια γι’ αυτούς
Όλοι όμως θα ζουν στο παρόν
θα ζουν μαζί μας
Όλοι όμως θα κοιτάζουν το φως
και θα το κοιτάζουν μαζί μας
Όλοι θα χαίρονται τη λάμψη του ήλιου
που θα λάμπει για χάρη τους
Όλοι θα χαίρονται τον Ήλιο
χλευάζοντας εμάς
που δεν τον είδαμε ποτέ
Θα μας χλευάζουν που δεν τον χαρήκαμε ποτέ
και ζούσαμε μες στο σκοτάδι
Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναγεννηθούν
θα θυμούνται τις παλιές ωραίες στιγμές
Κι όλοι αυτοί όταν θα ξαναζήσουν
θα θυμούνται εμάς
που δεν χαρήκαμε ποτέ τον Ήλιο
που δεν πεθάναμε για να ξαναζήσουμε
Ποτέ…
10-11-1984, 4976
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ' opening title
Ετικέτες
1984 Νοέμβριος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
Οι αθάνατοι
Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010
Δελφίνια
Είμαστε αδέρφια κάτω απ’ το ώριμο διάχυτο γαλάζιο
είμαστε φίλοι κάτω απ’ το πρίσμα τ’ ουρανού
κολυμπάμε μαζί μές τ’ ορθάνοιχτο Σύμπαν και ταξιδεύουμε
στ’ ατελείωτα πλάτη του ωκεανού
Νοιώθουμε το ανάλαφρο χάδι του νερού στα σώματά μας
την ανήσυχη δύναμη που μας σπρώχνει στο άγνωστο ταξίδι
ακούμε τα πολύπλοκα μηνύματα που μας περιβάλλουν
επικοινωνούμε με το Σύμπαν διαμέσου του ελεύθερου κι αγέρωχου νου
Ερωτευόμαστε με το πρώτο κοίταγμα στα μάτια
κι ακολουθούμε τα ρεύματα που χύνει πίσω του το σώμα
ίχνη που μας οδηγούν σε κόσμους πρωτοείδωτους
σκέψεις που μας φέρνουν σε κόσμους φωτεινούς
Είμαστε αδέρφια μέσα στο απέραντο πέλαγο της ελευθερίας
Είμαστε φίλοι, αμέτρητα ζευγάρια, παιχνιδίζουμε στο φως
Αυτά που μας ενώνουν δεν είναι υποχρεώσεις, δεν είναι δεσμά
Είναι μονάχα ελπίδες και τύχη, αγάπη, φιλία και ζωή
Αγαπάμε το φως, τα κορμιά μας, τον άνεμο και τον ωκεανό
Τιναζόμαστε προς τον ολόχρυσο ήλιο ζητώντας γαλήνη
Ταξιδεύουμε στον άνεμο ζητώντας περιπέτεια και γνώση
Βυθιζόμαστε μες στο νερό γυρεύοντας έρωτα και ηδονή
Δεν μας φοβίζουν αποστάσεις, ο θάνατος, τα βάθη
Το βύθισμα του ήλιου δεν μας αφαιρεί τις ελπίδες
Το μόνο που μας θλίβει η αχαριστία της ομάδας
η απώλεια του έρωτα, του φίλου, του συντρόφου: της ζωής
Για την Χριστίνα Π.
Ιούνιος 1993, [8101 - 8130]
είμαστε φίλοι κάτω απ’ το πρίσμα τ’ ουρανού
κολυμπάμε μαζί μές τ’ ορθάνοιχτο Σύμπαν και ταξιδεύουμε
στ’ ατελείωτα πλάτη του ωκεανού
Νοιώθουμε το ανάλαφρο χάδι του νερού στα σώματά μας
την ανήσυχη δύναμη που μας σπρώχνει στο άγνωστο ταξίδι
ακούμε τα πολύπλοκα μηνύματα που μας περιβάλλουν
επικοινωνούμε με το Σύμπαν διαμέσου του ελεύθερου κι αγέρωχου νου
Ερωτευόμαστε με το πρώτο κοίταγμα στα μάτια
κι ακολουθούμε τα ρεύματα που χύνει πίσω του το σώμα
ίχνη που μας οδηγούν σε κόσμους πρωτοείδωτους
σκέψεις που μας φέρνουν σε κόσμους φωτεινούς
Είμαστε αδέρφια μέσα στο απέραντο πέλαγο της ελευθερίας
Είμαστε φίλοι, αμέτρητα ζευγάρια, παιχνιδίζουμε στο φως
Αυτά που μας ενώνουν δεν είναι υποχρεώσεις, δεν είναι δεσμά
Είναι μονάχα ελπίδες και τύχη, αγάπη, φιλία και ζωή
Αγαπάμε το φως, τα κορμιά μας, τον άνεμο και τον ωκεανό
Τιναζόμαστε προς τον ολόχρυσο ήλιο ζητώντας γαλήνη
Ταξιδεύουμε στον άνεμο ζητώντας περιπέτεια και γνώση
Βυθιζόμαστε μες στο νερό γυρεύοντας έρωτα και ηδονή
Δεν μας φοβίζουν αποστάσεις, ο θάνατος, τα βάθη
Το βύθισμα του ήλιου δεν μας αφαιρεί τις ελπίδες
Το μόνο που μας θλίβει η αχαριστία της ομάδας
η απώλεια του έρωτα, του φίλου, του συντρόφου: της ζωής
Για την Χριστίνα Π.
Ιούνιος 1993, [8101 - 8130]
Ετικέτες
1993 Ιούνιος,
ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ,
για την Χριστίνα Π,
Δελφίνια
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
To A Red Lion
Every an act of disbelief
It is in fact an act of terror
Every an act of imposition
It is in fact an act of terror
Every reward of the incapability
Every discredit of the honoured
Every a substitution and unnecessity
It is in fact a sort of terror
Every an act of treason and disloyalty
Every avoidance of self-selected responsibility
And every kind of undemanded obligation
It is in fact an act of terror
Every a pressure that's unbearable
Every pretense of ignorance
Pretenses of misunderstanding
It is in fact an act of terror
Every de-struction of the knowledge
Every alienation of the word
Every debasement of what's true
It is in fact a sort of terror
Every encryption and duplicity
Cunning, deceit and treachery
Every belief in unknown things
It is in fact an act of terror
Every defilement and depravity
Every magnification of the null
Every diminishment of majesty
It is in fact an act of terror
Every disclosure of the hideous
Manifestation of anonymous
Every a carte blanche permission
It is dynamically an act of terror
Every an imitation and mirage
Every illusion and mistreat
Every a doubt and disbelief
It is in fact a sort of terror
The terror is not always true
It's coming often through the words
More often through scenarios and dreams
Terror don't scares the intrepids
Because in fact they 're always true.
24-11-2002, 18:20 - 21:21.
It is in fact an act of terror
Every an act of imposition
It is in fact an act of terror
Every reward of the incapability
Every discredit of the honoured
Every a substitution and unnecessity
It is in fact a sort of terror
Every an act of treason and disloyalty
Every avoidance of self-selected responsibility
And every kind of undemanded obligation
It is in fact an act of terror
Every a pressure that's unbearable
Every pretense of ignorance
Pretenses of misunderstanding
It is in fact an act of terror
Every de-struction of the knowledge
Every alienation of the word
Every debasement of what's true
It is in fact a sort of terror
Every encryption and duplicity
Cunning, deceit and treachery
Every belief in unknown things
It is in fact an act of terror
Every defilement and depravity
Every magnification of the null
Every diminishment of majesty
It is in fact an act of terror
Every disclosure of the hideous
Manifestation of anonymous
Every a carte blanche permission
It is dynamically an act of terror
Every an imitation and mirage
Every illusion and mistreat
Every a doubt and disbelief
It is in fact a sort of terror
The terror is not always true
It's coming often through the words
More often through scenarios and dreams
Terror don't scares the intrepids
Because in fact they 're always true.
24-11-2002, 18:20 - 21:21.
Ετικέτες
2002 Νοέμβριος,
ΕΥΣΤΑΘΕΙΑΣ ΩΡΑ,
EUSTACEAN AURA,
To a Red Lion
Asteroids... Hybris through Eros
430 Hybris.
431 Nephele.
432 Pythia.
433 Eros.
431 Nephele.
432 Pythia.
433 Eros.
Ετικέτες
2003 Νοέμβριος,
Asteroids...
Αθηνά,
Αθηνά,
σιγανά
ψιθυρίζει στην Γη
ο Ουρανός την Αυγή
και τ’ αστέρια σιγούν
τα κορμιά σαν ριγούν.
Αθηνά,
ταπεινά
σαν κοιτούν τα βουνά
όλη η Φύση θε να σ’ αγκαλιάσει σφιχτά
κι όλα θά ‘ν’ ανοιχτά.
Αθηνά,
οι ευχές
πού ‘χεις κάνει, για δες
με γαλάζιες τροχιές φέρνουν μες στις καρδιές
μύριες σπάνιες θωριές.
Αθηνά,
είν’ αγνή
τής ψυχής η φωνή
κι η αγάπη αφθονεί σ’ όσους έχουν ευρεί
μια πηγή τού Φωτός καθαρή.
Αθηνά,
«σ’ αγαπώ»
θέλω μόνο να πω
Είσαι Αγνή κι απ’ το Φως σου πηγάζει Ζωή
κι είν’ η Πλάση μου πιο φωτεινή.
27-6-2002 > 28-6-2002, 01:36. 11414 > 11415
29-6-2002, 19:20 - 20:35. 11416
Υ.Γ.
Αχ, αυτές οι Κριαρίνες!
σιγανά
ψιθυρίζει στην Γη
ο Ουρανός την Αυγή
και τ’ αστέρια σιγούν
τα κορμιά σαν ριγούν.
Αθηνά,
ταπεινά
σαν κοιτούν τα βουνά
όλη η Φύση θε να σ’ αγκαλιάσει σφιχτά
κι όλα θά ‘ν’ ανοιχτά.
Αθηνά,
οι ευχές
πού ‘χεις κάνει, για δες
με γαλάζιες τροχιές φέρνουν μες στις καρδιές
μύριες σπάνιες θωριές.
Αθηνά,
είν’ αγνή
τής ψυχής η φωνή
κι η αγάπη αφθονεί σ’ όσους έχουν ευρεί
μια πηγή τού Φωτός καθαρή.
Αθηνά,
«σ’ αγαπώ»
θέλω μόνο να πω
Είσαι Αγνή κι απ’ το Φως σου πηγάζει Ζωή
κι είν’ η Πλάση μου πιο φωτεινή.
27-6-2002 > 28-6-2002, 01:36. 11414 > 11415
29-6-2002, 19:20 - 20:35. 11416
Υ.Γ.
Αχ, αυτές οι Κριαρίνες!
Ετικέτες
2002 Ιούνιος,
Αθηνά,
ΑΤΕΡΜΟΝ ΑΤΡΕΜΟΝ ΑΜΕΤΡΟΝ ΑΡΤΕΜΟΝ,
Athena
Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
Ήμουν καράβι μες στην άβυσσο
Η οσκουριά μιας σιδεριάς
Όποτε έλυσα την άλυσο
με συνετάραζε ο βοριάς
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
Χαμένος ήμουν για καιρό
Είχα ξεχάσει το ενδιάμεσο
απ’ το πικρό και τ’ αλμυρό
Είσαι τ’ αστέρι που ονειρεύτηκα
κι ας ήμουν πριν να ’ρθεις τυφλός
Από τα χνάρια σου μαγεύτηκα
και ξαναγύρισα στο φως
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
ανεμελιά μιας αγκαλιάς
Μοσχοβολάς απ’ το ενδιάμεσο
σαν τους καρπούς πορτοκαλιάς
Ο ουρανός σ’ ένα πουκάμισο
η αρμονία που φοράς
Μαζί σου έφυγα απ’ την άβυσσο
πάνω σε κύματα χαράς
Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
η μυρωδιά μιας φορεσιάς
που δραπετεύει απ’ το παράθυρο
μες στους λυγμούς μιας κερασιάς
Είσ’ ένας γλάρος μεσοπέλαγο
η μυρωδιά μιας αγκαλιάς
Θυμίζεις κάτι από τ’ απέραντο
και το οικείο αντανακλάς
Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
Ήμουνα πριν φανείς τυφλός
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
μέσα στο γνώριμό σου φως
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
…
24-4-2001, 10985 & 24-1-2002, 11260
26-1-2002, 21:30 - 24:00, 11262
27-1-2002, 00:00 - 00:30, 12:00 - 14:55, 11263
Σημείωση:
Μην προσπαθήσετε να τού προσθέσετε μουσική. Το έχω ήδη προσαρμόσει πάνω σε μουσική.
Ελπίζω μόνο να το ακούσετε κάποτε!
Η οσκουριά μιας σιδεριάς
Όποτε έλυσα την άλυσο
με συνετάραζε ο βοριάς
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
Χαμένος ήμουν για καιρό
Είχα ξεχάσει το ενδιάμεσο
απ’ το πικρό και τ’ αλμυρό
Είσαι τ’ αστέρι που ονειρεύτηκα
κι ας ήμουν πριν να ’ρθεις τυφλός
Από τα χνάρια σου μαγεύτηκα
και ξαναγύρισα στο φως
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
ανεμελιά μιας αγκαλιάς
Μοσχοβολάς απ’ το ενδιάμεσο
σαν τους καρπούς πορτοκαλιάς
Ο ουρανός σ’ ένα πουκάμισο
η αρμονία που φοράς
Μαζί σου έφυγα απ’ την άβυσσο
πάνω σε κύματα χαράς
Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
η μυρωδιά μιας φορεσιάς
που δραπετεύει απ’ το παράθυρο
μες στους λυγμούς μιας κερασιάς
Είσ’ ένας γλάρος μεσοπέλαγο
η μυρωδιά μιας αγκαλιάς
Θυμίζεις κάτι από τ’ απέραντο
και το οικείο αντανακλάς
Είσαι ένας φάρος μέσα στ’ άπειρο
Ήμουνα πριν φανείς τυφλός
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
μέσα στο γνώριμό σου φως
Θυμίζεις κάτι από παράδεισο
…
24-4-2001, 10985 & 24-1-2002, 11260
26-1-2002, 21:30 - 24:00, 11262
27-1-2002, 00:00 - 00:30, 12:00 - 14:55, 11263
Σημείωση:
Μην προσπαθήσετε να τού προσθέσετε μουσική. Το έχω ήδη προσαρμόσει πάνω σε μουσική.
Ελπίζω μόνο να το ακούσετε κάποτε!
Δυσεύρετη Αφαία
Πάει, φεύγει ο καιρός
την πνοή μας που έπαιρνε
ψηλά η φωτιά
Που τ’ αστέρια μιλούσαν
κι οι φωνές οδηγούσαν
πνεύματα ορφανά
Πάει, χάθηκε ο λώρος
πάει, έσβησ’ η αφή
κι όλα απέγιναν τώρα
αμυδρή επαφή
γιατί είμαστε πια ξεχασμένοι
μες στο Σύμπαν χαμένοι
και τη νύχτα ζητάμε το φως
μα εκείνο που δεν μας ζεσταίνει
2001. 4-2-2002, 11271
την πνοή μας που έπαιρνε
ψηλά η φωτιά
Που τ’ αστέρια μιλούσαν
κι οι φωνές οδηγούσαν
πνεύματα ορφανά
Πάει, χάθηκε ο λώρος
πάει, έσβησ’ η αφή
κι όλα απέγιναν τώρα
αμυδρή επαφή
γιατί είμαστε πια ξεχασμένοι
μες στο Σύμπαν χαμένοι
και τη νύχτα ζητάμε το φως
μα εκείνο που δεν μας ζεσταίνει
2001. 4-2-2002, 11271
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010
Ωδή στον Τρίτωνα
Μια γαλανομάτα θεά στην αρχή
σε ευρήκε στην τύχη και σε πήρε κοντά της
- Το εξεύρει πως δεν είναι θεά
μα για κάθε μικρότερο ον καθ’ έν μεγαλύτερο
είναι θεός λόγου χάριν
Μία γαλανομάτα -λοιπόν- θεά
σε πήρε κοντά της γιατί σε συμπάθησε
κι έτσι εντρύφησες στο είδος τους
όχι σαν δόκιμος θεός -αφού δεν είσαι-
μα αξιαγάπητος ανάμεσά τους
γιατί σκεπτόσουν και δρούσες με τρόπο ίδιο μ’ αυτούς
κι είναι για κείνους προσόν
το να μπορείς να εκφράζεσαι στον κώδικά τους.
Οι ομοιοί σου σιγά-σιγά άρχισαν να σ’ απορρίπτουν
γιατί ποτέ κανείς μικρός δεν πίστεψε
πως δύναται ποτέ να γίνει τάχα σπουδαίος --
και τα νύχια τους έβγαζαν
και ενέδρες σού έστηναν για να φοβάσαι
Ο φόβος είναι το ορμητήριο των μικρών
Καταφύγιο όμως μαζί κι η φυλακή τους
Η καλλιέργεια, η διασπορά κι η έκφρασή του
Ζήλεψανε, βλέπεις, την τύχη σου
και μιας και πίστεψαν πως είναι σπουδαίοι
την ζήλεια βαφτίσαν σπουδαία
Η αυτοϊκανοποίηση τού ηλιθίου
περιφρονεί κάθε Μέτρο και Δίκαιο
και αυτοδικαίως καταργεί κάθε Κρίση
Μην φοβάσαι: ο εκφοβίζων
θα φύγει απ’ τον φόβο του
και θ’ απολαύσεις αυτό που σου ανήκει
Εσύ γνωρίζεις τον Θεό
και θα τού μιλήσεις όπως προσήκει
Μην φοβάσαι τον Δαίμονα που σου στήνει παγίδες
Μην φοβάσαι κανέναν Θεό
που τ’ αποπατήματα των ομοειδών σου αποδίδει σε σένα
-μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν
και χάνουν συχνά επεισόδια τού Κόσμου-
Μόνο κατώτερα όντα τους ονομάζουνε τέλειους
ανεπιτυχώς προσπαθώντας να αυτοπεπειστούν
πως δεν αξίζει προσπάθειά τους καμμιά
εφόσον τέλειοι είναι μόνο οι θεοί
-ως εκ τούτου: εκείνο που οι ίδιοι δεν είναι-
Υπάρχουν άνθρωποι που θα σου δώσουν
ακόμα και να φας για να σε πονέσουν
Κι ας τους νομίζεις Θεούς,
Μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν
Μέσα στην περηφάνεια τους
ισοπεδώνουν κάθε τι αγαθό
που θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει
Κι οι Θεοί αμαρταίνουν, να ξέρεις!
Κι υπάρχουν εκείνοι που, ακόμα
μπορούνε να σε μάθουν να μιλάς
μα και άλλοι πολλοί που μισούν την φωνή σου
Όμως ετούτο αν μπορείς να θυμάσαι:
Είναι τύχη μεγάλη
στην αγκαλιά ενός Θεού
να μπορείς να κοιμάσαι
και η θύρα τού οίκου του να μένει ανοιχτή
για να να μπεις όταν μόνος σου θά ‘σαι
Και αν εχθροί σου σε κυνηγήσουνε
και αν οι κύνες ηγηθούν τού διωγμού σου
να θυμάσαι πως άμα σού κλέψουνε
δεν ήταν δικά σου
κι όσα πίσω γυρίσουνε
μπορεί πάλι να γίνουνε τμήματα τού θησαυρού σου
Να θυμάσαι: εκείνοι που εδώ λέω θεούς
στους γάτους δεν δίνουνε σημασία μεγάλη
Στο ίδιο είδος ανήκω εγώ μ’ αυτούς
Τρίτωνα, φίλε μου, όμως θα βρίσκεις εδώ
ανοιχτή την αγκάλη.
29-4-2000, 18:15 - …, 10625
30-4-2000, 10626
Τον τελειομανή γλυκύτατο Τρίτωνα δηλητηρίασε κάποια αρσενική τσατσά την 12η Μαΐου 2000, γεγονός τού οποίου είχα προαίσθημα στις 8 Μαΐου το οποίο δεν ευτύχησε να εμπιστευθώ.
Γλυκά μουστακόνειρα, καλέ μου Τρίτωνα, στον άλλον Κόσμο των γάτων που βρίσκεσαι τώρα!
Σημείωση: H Υδροχοΐνα θεά δεν ήταν ποτέ γαλανομάτα! Τα Σέβη μου, dear! Κακός φωτισμός.
Δεν ξεχνιέσαι, ούτως ή άλλως! Όμως -έλεος, δηλαδή- εσείς που φωνάζατε το αρσενικό γατί "Αθηνά" δεν είχατε "ξεφύγει" καθόλου?? Κάποτε σκέψου... Τι συμβόλιζε ο Τρίτωνας για μας τους δύο??
σε ευρήκε στην τύχη και σε πήρε κοντά της
- Το εξεύρει πως δεν είναι θεά
μα για κάθε μικρότερο ον καθ’ έν μεγαλύτερο
είναι θεός λόγου χάριν
Μία γαλανομάτα -λοιπόν- θεά
σε πήρε κοντά της γιατί σε συμπάθησε
κι έτσι εντρύφησες στο είδος τους
όχι σαν δόκιμος θεός -αφού δεν είσαι-
μα αξιαγάπητος ανάμεσά τους
γιατί σκεπτόσουν και δρούσες με τρόπο ίδιο μ’ αυτούς
κι είναι για κείνους προσόν
το να μπορείς να εκφράζεσαι στον κώδικά τους.
Οι ομοιοί σου σιγά-σιγά άρχισαν να σ’ απορρίπτουν
γιατί ποτέ κανείς μικρός δεν πίστεψε
πως δύναται ποτέ να γίνει τάχα σπουδαίος --
και τα νύχια τους έβγαζαν
και ενέδρες σού έστηναν για να φοβάσαι
Ο φόβος είναι το ορμητήριο των μικρών
Καταφύγιο όμως μαζί κι η φυλακή τους
Η καλλιέργεια, η διασπορά κι η έκφρασή του
Ζήλεψανε, βλέπεις, την τύχη σου
και μιας και πίστεψαν πως είναι σπουδαίοι
την ζήλεια βαφτίσαν σπουδαία
Η αυτοϊκανοποίηση τού ηλιθίου
περιφρονεί κάθε Μέτρο και Δίκαιο
και αυτοδικαίως καταργεί κάθε Κρίση
Μην φοβάσαι: ο εκφοβίζων
θα φύγει απ’ τον φόβο του
και θ’ απολαύσεις αυτό που σου ανήκει
Εσύ γνωρίζεις τον Θεό
και θα τού μιλήσεις όπως προσήκει
Μην φοβάσαι τον Δαίμονα που σου στήνει παγίδες
Μην φοβάσαι κανέναν Θεό
που τ’ αποπατήματα των ομοειδών σου αποδίδει σε σένα
-μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν
και χάνουν συχνά επεισόδια τού Κόσμου-
Μόνο κατώτερα όντα τους ονομάζουνε τέλειους
ανεπιτυχώς προσπαθώντας να αυτοπεπειστούν
πως δεν αξίζει προσπάθειά τους καμμιά
εφόσον τέλειοι είναι μόνο οι θεοί
-ως εκ τούτου: εκείνο που οι ίδιοι δεν είναι-
Υπάρχουν άνθρωποι που θα σου δώσουν
ακόμα και να φας για να σε πονέσουν
Κι ας τους νομίζεις Θεούς,
Μισούν κι οι Θεοί και το ξέρουν
Μέσα στην περηφάνεια τους
ισοπεδώνουν κάθε τι αγαθό
που θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει
Κι οι Θεοί αμαρταίνουν, να ξέρεις!
Κι υπάρχουν εκείνοι που, ακόμα
μπορούνε να σε μάθουν να μιλάς
μα και άλλοι πολλοί που μισούν την φωνή σου
Όμως ετούτο αν μπορείς να θυμάσαι:
Είναι τύχη μεγάλη
στην αγκαλιά ενός Θεού
να μπορείς να κοιμάσαι
και η θύρα τού οίκου του να μένει ανοιχτή
για να να μπεις όταν μόνος σου θά ‘σαι
Και αν εχθροί σου σε κυνηγήσουνε
και αν οι κύνες ηγηθούν τού διωγμού σου
να θυμάσαι πως άμα σού κλέψουνε
δεν ήταν δικά σου
κι όσα πίσω γυρίσουνε
μπορεί πάλι να γίνουνε τμήματα τού θησαυρού σου
Να θυμάσαι: εκείνοι που εδώ λέω θεούς
στους γάτους δεν δίνουνε σημασία μεγάλη
Στο ίδιο είδος ανήκω εγώ μ’ αυτούς
Τρίτωνα, φίλε μου, όμως θα βρίσκεις εδώ
ανοιχτή την αγκάλη.
29-4-2000, 18:15 - …, 10625
30-4-2000, 10626
Τον τελειομανή γλυκύτατο Τρίτωνα δηλητηρίασε κάποια αρσενική τσατσά την 12η Μαΐου 2000, γεγονός τού οποίου είχα προαίσθημα στις 8 Μαΐου το οποίο δεν ευτύχησε να εμπιστευθώ.
Γλυκά μουστακόνειρα, καλέ μου Τρίτωνα, στον άλλον Κόσμο των γάτων που βρίσκεσαι τώρα!
Σημείωση: H Υδροχοΐνα θεά δεν ήταν ποτέ γαλανομάτα! Τα Σέβη μου, dear! Κακός φωτισμός.
Δεν ξεχνιέσαι, ούτως ή άλλως! Όμως -έλεος, δηλαδή- εσείς που φωνάζατε το αρσενικό γατί "Αθηνά" δεν είχατε "ξεφύγει" καθόλου?? Κάποτε σκέψου... Τι συμβόλιζε ο Τρίτωνας για μας τους δύο??
Ετικέτες
2000 Απρίλιος,
ΠΟΙΗΤΗΣ ίσον ΗΠΙΟΤΗΣ,
Ωδή στον Τρίτωνα
Τους ποιητές μην φοβηθείς
Τους ποιητές μην φοβάσαι
είναι σκιάχτρα ενάντια στ’ αρπαχτικά τής Αλήθειας
Τους ποιητές μην φοβηθείς
μπορεί νά ’ναι δολώματα για τρωκτικά της Αλήθειας
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ ιχθύες που ξέφυγαν τα δεσμά της συνήθειας
Είν’ ιχθύες που παγίδεψαν
μες στα ίδια τα δίκτυα τους τούς σφοδρούς κυνηγούς τους
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ παρθένες που έγραψαν τα μικρά τους ονόματα
στον κρυστάλλινο θόλο ενός κόσμου που πάγωσε
με τα πρώτα τους χνώτα
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ αστέρια που έπεσαν σ’ ακατέργαστο χώμα
Τους χτυπούν οι περίεργοι και τους καιν στην πυρά
μα εκείνοι δεν σπάνε
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είναι σκιάχτρα ενάντια στους κυνηγούς τής Αλήθειας
Σε κάθε πράξη προβαίνουν αυθόρμητοι
Μες στο Σύμπαν χορεύουν μ’ εμφανή μαεστρία
Καθώς είν’ γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν τρομαγμένη λατρεία
Επενδύονται σχήματα,
Ιερή Γεωμετρία.
Γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν
τρομαγμένη λατρεία.
18-11-2001, 19:27 - 20:55, 11193.
είναι σκιάχτρα ενάντια στ’ αρπαχτικά τής Αλήθειας
Τους ποιητές μην φοβηθείς
μπορεί νά ’ναι δολώματα για τρωκτικά της Αλήθειας
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ ιχθύες που ξέφυγαν τα δεσμά της συνήθειας
Είν’ ιχθύες που παγίδεψαν
μες στα ίδια τα δίκτυα τους τούς σφοδρούς κυνηγούς τους
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ παρθένες που έγραψαν τα μικρά τους ονόματα
στον κρυστάλλινο θόλο ενός κόσμου που πάγωσε
με τα πρώτα τους χνώτα
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είν’ αστέρια που έπεσαν σ’ ακατέργαστο χώμα
Τους χτυπούν οι περίεργοι και τους καιν στην πυρά
μα εκείνοι δεν σπάνε
Τους ποιητές μην φοβηθείς
είναι σκιάχτρα ενάντια στους κυνηγούς τής Αλήθειας
Σε κάθε πράξη προβαίνουν αυθόρμητοι
Μες στο Σύμπαν χορεύουν μ’ εμφανή μαεστρία
Καθώς είν’ γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν τρομαγμένη λατρεία
Επενδύονται σχήματα,
Ιερή Γεωμετρία.
Γεννημένοι ατρόμητοι
δεν μπορούν ν’ ανεχτούν
τρομαγμένη λατρεία.
18-11-2001, 19:27 - 20:55, 11193.
Στ' ουρανού το χυμένο γαλάξιο
Τους κύκλους τους στενόχωρους τους δούλεψες
κι αντιμετώπισες τις λύπες
Στις πλέον άγριες φορτούνες βούλιαξες
με σκαρί όλο τρύπες
Στους πιο σφοδρούς τους καταρράκτες μούλιασες
και με φτερούγες νήπιες,
στην θύελλα τού Κόσμου ούρλιαξες
Τις καταιγίδες ήπιες.
(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)
Πολλές χρονιές επόρεσες αμοίραστος
μα με σκέψεις μειλίχιες
ξαναπάλαιψες δράκους ακούραστος
και συντρόφους δεν είχες
Τους σκύλους ξέφυγες αμύριστος
στις οσμές σου τις μύχιες
Ο έρως σου έλαθε αγύριστος
και μελαγχόλησες τις νύχτες
(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)
Βαθιά μας, μες στ’ όνειρο τού φαιδρού κεραυνού
την αλήθεια μας πάντα θα λέμε
κι ένα είναι το μήνυμα τού γαλάζιου ουρανού:
Στο χυμένο το γάλα δεν κλαίμε !
23-12-2003, 12:25 - 13:30, 11958.
25-12-2003, 17:13 - 17:48, 11960.
26-12-2003, 16:30 - 17:55, 11961.
κι αντιμετώπισες τις λύπες
Στις πλέον άγριες φορτούνες βούλιαξες
με σκαρί όλο τρύπες
Στους πιο σφοδρούς τους καταρράκτες μούλιασες
και με φτερούγες νήπιες,
στην θύελλα τού Κόσμου ούρλιαξες
Τις καταιγίδες ήπιες.
(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)
Πολλές χρονιές επόρεσες αμοίραστος
μα με σκέψεις μειλίχιες
ξαναπάλαιψες δράκους ακούραστος
και συντρόφους δεν είχες
Τους σκύλους ξέφυγες αμύριστος
στις οσμές σου τις μύχιες
Ο έρως σου έλαθε αγύριστος
και μελαγχόλησες τις νύχτες
(Με φορτούνες σκληρές μονομάχησες
και την νίκη δεν βρήκες
κι ως το τέλος τού Κόσμου περπάτησες
με λειψές αλφαβήτες.)
Βαθιά μας, μες στ’ όνειρο τού φαιδρού κεραυνού
την αλήθεια μας πάντα θα λέμε
κι ένα είναι το μήνυμα τού γαλάζιου ουρανού:
Στο χυμένο το γάλα δεν κλαίμε !
23-12-2003, 12:25 - 13:30, 11958.
25-12-2003, 17:13 - 17:48, 11960.
26-12-2003, 16:30 - 17:55, 11961.
Λυτρωμένη πυρά
Λυτρωμένη πυρά απ’ του πάθους τα καύματα
γεννημένη να κλαις απ’ τού Κόσμου τα θαύματα
Όταν ήσουν ψυχή μουρμουρούσες στα σύννεφα
Τώρα πού ‘σαι ζεστή τραγουδάς παντοδύναμα
και σ’ ακούν οι καιροί καθώς πάλλεις τα σήμαντρα
κι αντηχούνε τ’ αστέρια ως τ’ απάτητα σύμπαντα
Με μια τέτοια καρδιά ν’ αγαπάς τα υπέροχα
να κοιτάς τα ουράνια τα βαθιά αξημέρωτα
στους θεούς με τον Νου σου να μιλάς προσευχές
ό,τι θέλεις θα γίνεται, θ’ ανατέλλει ευτυχές
Σ’ ανωθεί προς τ’ αστέρια ο θεμέλιος βυθμός
σε λαμπρύνει η αυγή και τού Ήλιου ο Ρυθμός
Υπήρχε πάντοτε για σένα μαγεία
-η μεγάλη υπηρέτις και τού Κόσμου η υγεία-
να σου δείχνει τον δρόμο σε πρωτόφαντους τόπους
το πηδάλι ν’ αρπάζει μ’ απειράριθμους τρόπους
και βοήθεια να έχεις σε στιγμές ορφανές
μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές
Μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές
ένα χέρι θα στέκει πάντα εκεί αφανές
δείκτης δείκτη ν’ αγγίζει, να σε πιάνει απ’ τον ώμο
για να σου ψιθυρίζει της Αγάπης τον Νόμο
16-6-2001, 21:51 - 00:05, 11038
γεννημένη να κλαις απ’ τού Κόσμου τα θαύματα
Όταν ήσουν ψυχή μουρμουρούσες στα σύννεφα
Τώρα πού ‘σαι ζεστή τραγουδάς παντοδύναμα
και σ’ ακούν οι καιροί καθώς πάλλεις τα σήμαντρα
κι αντηχούνε τ’ αστέρια ως τ’ απάτητα σύμπαντα
Με μια τέτοια καρδιά ν’ αγαπάς τα υπέροχα
να κοιτάς τα ουράνια τα βαθιά αξημέρωτα
στους θεούς με τον Νου σου να μιλάς προσευχές
ό,τι θέλεις θα γίνεται, θ’ ανατέλλει ευτυχές
Σ’ ανωθεί προς τ’ αστέρια ο θεμέλιος βυθμός
σε λαμπρύνει η αυγή και τού Ήλιου ο Ρυθμός
Υπήρχε πάντοτε για σένα μαγεία
-η μεγάλη υπηρέτις και τού Κόσμου η υγεία-
να σου δείχνει τον δρόμο σε πρωτόφαντους τόπους
το πηδάλι ν’ αρπάζει μ’ απειράριθμους τρόπους
και βοήθεια να έχεις σε στιγμές ορφανές
μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές
Μέσα σ’ άγνωστο ρεύμα, σε ποτάμι αχανές
ένα χέρι θα στέκει πάντα εκεί αφανές
δείκτης δείκτη ν’ αγγίζει, να σε πιάνει απ’ τον ώμο
για να σου ψιθυρίζει της Αγάπης τον Νόμο
16-6-2001, 21:51 - 00:05, 11038
Ετικέτες
2001 Ιούνιος,
Λυτρωμένη πυρά,
ΠΟΙΗΤΗΣ ίσον ΗΠΙΟΤΗΣ
Φτηνή απομίμηση: Καρτεσιανά πεζοδρόμια
Περπατούσα κι οι σκέψεις πετούσαν
σε τοπία ανισόπεδα
Η εικόνα ξεμάκραινε πότε
μα και πότε μπροστά μου ένας τοίχος υπήρχε
Αχ! Αλοίμονο -σκέφτηκα-:
Όλοι τούτοι που έζησαν μες στους άκαρπους τοίχους
ευτυχία δεν είχαν, κι οι φόβοι τους
μεγαλώνουν στα όνειρα και γίνονται τείχη
και στριμώχνονται μέσα τους, στις γωνίες, αγωνίες
και παλμοί αχαλίνωτοι τα οστά τους συντρίβουν
συντονίζουν τα σίδερα, συμμαχούν τα τσιμέντα
και η φρίκη τρυπώνει μες στην κάθε κουβέντα
Υπερπετούσα τα τείχη με ψυχή κεφαλαία
μα εικόνες μου ήταν πεζά πεζοδρόμια
3-7-2001, 12:40 - 13:30, 11055
σε τοπία ανισόπεδα
Η εικόνα ξεμάκραινε πότε
μα και πότε μπροστά μου ένας τοίχος υπήρχε
Αχ! Αλοίμονο -σκέφτηκα-:
Όλοι τούτοι που έζησαν μες στους άκαρπους τοίχους
ευτυχία δεν είχαν, κι οι φόβοι τους
μεγαλώνουν στα όνειρα και γίνονται τείχη
και στριμώχνονται μέσα τους, στις γωνίες, αγωνίες
και παλμοί αχαλίνωτοι τα οστά τους συντρίβουν
συντονίζουν τα σίδερα, συμμαχούν τα τσιμέντα
και η φρίκη τρυπώνει μες στην κάθε κουβέντα
Υπερπετούσα τα τείχη με ψυχή κεφαλαία
μα εικόνες μου ήταν πεζά πεζοδρόμια
3-7-2001, 12:40 - 13:30, 11055
Την ημέρα που όλες οι μαργαρίτες
Την ημέρα που όλες οι μαργαρίτες τού Κόσμου
σ’ εσένα απευθύνονταν
είχες γίνει ο Ήλιος
και η νύχτα διαλύθηκε σε μυριάδες κομμάτια
Την γυμνή τους αλήθεια σαν είδες
αυτοκράτορας ήσουν τού Κόσμου
Λυγερά τα κορμιά ταλαντώνονταν
και χρυσάφι πλημμύρισ’ η Πλάση
6-2-2001, 00:20
σ’ εσένα απευθύνονταν
είχες γίνει ο Ήλιος
και η νύχτα διαλύθηκε σε μυριάδες κομμάτια
Την γυμνή τους αλήθεια σαν είδες
αυτοκράτορας ήσουν τού Κόσμου
Λυγερά τα κορμιά ταλαντώνονταν
και χρυσάφι πλημμύρισ’ η Πλάση
6-2-2001, 00:20
Νά ’σαι ευκάλυπτος και Φως
Νά ’σαι ευκάλυπτος και Φως
νά ’σαι της Τύχης αδερφός
με μάτια μπρούσκα να γευτείς
όλη την έκσταση της Γης
Νά ’σαι ταξίδι και θεός
Νά ’σαι στην πρώρα τής νεώς
όταν στ’ αστέρια θα βρεθείς
τον Έρωτα να θυμηθείς
Νά ’σαι μολύβι και χρυσός
ηλιόλουστος και πλουμιστός
Στην εκπνοή μιας εκπομπής
μέσα στον Όλυμπο να μπεις
Νά ’σαι πικρός κι ευγενικός
κι απ’ το μεθύσι πιο γλυκός
Νά ’σαι αντέννα τής σιωπής
και καταπέλτης τής ντροπής
Νά ’σαι σφοδρός και τολμηρός
κι απ’ το φεγγάρι πιο τρελλός
κι άμα ποτέ σου απατηθείς
πιο ερωτικά να κοιμηθείς
Νά ’σαι τσουνάμι, κεραυνός
μιας πεταλούδας ουρανός
μες στον αφρό ν’ αναδυθείς
και στο βελούδο να ντυθείς
Είχα πολλά για να σου πω
Πήγα κοντά να τρελλαθώ
στην αλλαγή μιας Εποχής
στον Υδροχόο απ’ τους Ιχθείς…
4-12-2001, 11209, 18:30 - 19:25
νά ’σαι της Τύχης αδερφός
με μάτια μπρούσκα να γευτείς
όλη την έκσταση της Γης
Νά ’σαι ταξίδι και θεός
Νά ’σαι στην πρώρα τής νεώς
όταν στ’ αστέρια θα βρεθείς
τον Έρωτα να θυμηθείς
Νά ’σαι μολύβι και χρυσός
ηλιόλουστος και πλουμιστός
Στην εκπνοή μιας εκπομπής
μέσα στον Όλυμπο να μπεις
Νά ’σαι πικρός κι ευγενικός
κι απ’ το μεθύσι πιο γλυκός
Νά ’σαι αντέννα τής σιωπής
και καταπέλτης τής ντροπής
Νά ’σαι σφοδρός και τολμηρός
κι απ’ το φεγγάρι πιο τρελλός
κι άμα ποτέ σου απατηθείς
πιο ερωτικά να κοιμηθείς
Νά ’σαι τσουνάμι, κεραυνός
μιας πεταλούδας ουρανός
μες στον αφρό ν’ αναδυθείς
και στο βελούδο να ντυθείς
Είχα πολλά για να σου πω
Πήγα κοντά να τρελλαθώ
στην αλλαγή μιας Εποχής
στον Υδροχόο απ’ τους Ιχθείς…
4-12-2001, 11209, 18:30 - 19:25
Κύμα
Συ, αιώνια λάμψη των αρχαίων εικόνων
από τ’ άγρια κύματα μακρινών θαλασσών
Οι αμέτρητοι κάλχυλοι των ανεμώνων
όπως τα στροβιλίσματα των πλανητών
θά ’ναι μες στην αδιάλυτη ομίχλη των χρόνων
ο αιθέριος απόηχος αρχικών κραδασμών
Μες το άμετρον βήμα των σφοδρών κοχλασμών σου
στο ατέρμον πλατάγισμα γοργών ωκεανών
θά ‘μαι άτρεμον έρμαιον των διαλογισμών σου
και ευρεία εκπόρευσις, δέλτα ηριδανών
το ανεπανάληπτο κόσμημα των κυματισμών σου
και αστείρευτος χείμαρρος άστρων καινοφανών
Συ, αιώνια λάμψη των αρχαίων εικόνων
Ω! συ Κύμα τού Απείρου μεθυσμένον, ορμόν
μες στο Σώμα τού Κόσμου με το ρεύμα σιφώνων
μες στο Σώμα τού Κόσμου προς ταχύν καθαρμόν
γίνε ανάσα στα στήθη μου, χορηγός των κανόνων
αριθμός των αστέρων και πηγή των ρυθμών
7-7-2002, 21:45 - 23:10, 11424.
από τ’ άγρια κύματα μακρινών θαλασσών
Οι αμέτρητοι κάλχυλοι των ανεμώνων
όπως τα στροβιλίσματα των πλανητών
θά ’ναι μες στην αδιάλυτη ομίχλη των χρόνων
ο αιθέριος απόηχος αρχικών κραδασμών
Μες το άμετρον βήμα των σφοδρών κοχλασμών σου
στο ατέρμον πλατάγισμα γοργών ωκεανών
θά ‘μαι άτρεμον έρμαιον των διαλογισμών σου
και ευρεία εκπόρευσις, δέλτα ηριδανών
το ανεπανάληπτο κόσμημα των κυματισμών σου
και αστείρευτος χείμαρρος άστρων καινοφανών
Συ, αιώνια λάμψη των αρχαίων εικόνων
Ω! συ Κύμα τού Απείρου μεθυσμένον, ορμόν
μες στο Σώμα τού Κόσμου με το ρεύμα σιφώνων
μες στο Σώμα τού Κόσμου προς ταχύν καθαρμόν
γίνε ανάσα στα στήθη μου, χορηγός των κανόνων
αριθμός των αστέρων και πηγή των ρυθμών
7-7-2002, 21:45 - 23:10, 11424.
Ετικέτες
2002 Ιούλιος,
8 Ιουλίου 2002,
ΑΤΕΡΜΟΝ ΑΤΡΕΜΟΝ ΑΜΕΤΡΟΝ ΑΡΤΕΜΟΝ,
Κύμα,
Orage
Ειλικρίνεια Κρυστάλλου
Ω! Κρυστάλλινα πρίσματα
αναλύσεις σοφών
Ω! Κοράλλια κρυστάλλων
μέσα σ’ Άμμο Αστεριών
Ω! Κρυστάλλινα πλοία
– ενυδρείου βυθός –
σε κρυστάλλου νερά
δρασκεδάζουν το φως
Παγωμένες εικόνες
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά
Κρυσταλλένιους φακούς
για τον ήλιο φοράς
σε δυο κρύσταλλα μάτια
που τον Κόσμο κοιτάς
Ω! Κρυστάλλινο, εκεί
κάθε βράδυ το Πάν
σαν κρυστάλλινη αυλή
που οι φόβοι σκορπάν
Πολιτείες κρυστάλλου
ζουν μεγαλοπρεπείς
σε βυθούς θαλασσών
με χοχλίες διαυγείς
Σε κρυστάλλινους κήπους
σφυρίζουν παιδιά
με κρυστάλλινους βώλους
που ηχούν λαμπερά
Ειλικρίνεια κρυστάλλου
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά
Ο Κρυστάλλινος Κόσμος
στο Στερέωμα ανθεί
κι ο Κρυστάλλινος Ήλιος
απ’ το πέλαο θα βγει
Τα κρυστάλλινα νέφη
ηλεκτρίζουν την γη
Ειλικρίνεια δροσιάς
Μια κρυστάλλου αστραπή
Ω! Τα κρύσταλλα θρύψαλλα
τόξα στους ουρανούς
και παιδιά με κρυστάλλους
και κρυστάλλων ηχούς
Με πηγαία νερά
η σπηλιά ενός βουνού
αρμονία κρυστάλλου
και το κρύο τού Νού
Με ραγδαία νερά
παγωνιά ενός κρουνού
ειλικρίνεια κρυστάλλου
ο αιθέρας τού Νού
8-10-1985, 5308, "Κρύσταλλο"
27-11-2001, 17:45 - 19:30, 11202
18-12-2001, 19:55 - 22:23, 11223.
αναλύσεις σοφών
Ω! Κοράλλια κρυστάλλων
μέσα σ’ Άμμο Αστεριών
Ω! Κρυστάλλινα πλοία
– ενυδρείου βυθός –
σε κρυστάλλου νερά
δρασκεδάζουν το φως
Παγωμένες εικόνες
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά
Κρυσταλλένιους φακούς
για τον ήλιο φοράς
σε δυο κρύσταλλα μάτια
που τον Κόσμο κοιτάς
Ω! Κρυστάλλινο, εκεί
κάθε βράδυ το Πάν
σαν κρυστάλλινη αυλή
που οι φόβοι σκορπάν
Πολιτείες κρυστάλλου
ζουν μεγαλοπρεπείς
σε βυθούς θαλασσών
με χοχλίες διαυγείς
Σε κρυστάλλινους κήπους
σφυρίζουν παιδιά
με κρυστάλλινους βώλους
που ηχούν λαμπερά
Ειλικρίνεια κρυστάλλου
χιονισμένες σκεπές
Παγωμένα κρυστάλλια
στα ποτάμια νερά
Ο Κρυστάλλινος Κόσμος
στο Στερέωμα ανθεί
κι ο Κρυστάλλινος Ήλιος
απ’ το πέλαο θα βγει
Τα κρυστάλλινα νέφη
ηλεκτρίζουν την γη
Ειλικρίνεια δροσιάς
Μια κρυστάλλου αστραπή
Ω! Τα κρύσταλλα θρύψαλλα
τόξα στους ουρανούς
και παιδιά με κρυστάλλους
και κρυστάλλων ηχούς
Με πηγαία νερά
η σπηλιά ενός βουνού
αρμονία κρυστάλλου
και το κρύο τού Νού
Με ραγδαία νερά
παγωνιά ενός κρουνού
ειλικρίνεια κρυστάλλου
ο αιθέρας τού Νού
8-10-1985, 5308, "Κρύσταλλο"
27-11-2001, 17:45 - 19:30, 11202
18-12-2001, 19:55 - 22:23, 11223.
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Λεωφορείο 323
Θα ταξιδέψουμε και πάλι μαζί
νοσταλγία παιδική με καλεί
στον αμαξήλατο δρόμο τού απείρου
που ανοιχτός περιμένει τους ιππότες τού ονείρου
Ταξιδεύουμε πάλι μαζί
στο Δάσος να βρούμε ξανά τη ζωή
που ξεχάστηκε χρόνια πολλά
μες στης πόλης τη νεκρή αγκαλιά
Ταξιδεύουμε πάλι για κει
που η τύχη την ψυχή μου εξασκεί
στ’ ουρανού την καθάρια πηγή
που το πνεύμα απαλά μ’ οδηγεί
Οδηγός μου θα είναι ο χρόνος
κι επιβάτης θα είμαι πια μόνος
Στης πορείας τα πέρατα όταν θα φτάσει
το αδύναμο άρμα του θα χαρβαλιάσει
Την ψυχή τού οδηγού τότε σαν θ’ αντικρύσω
κάπου μες στην καρδιά μου βαθιά θα δακρύσω
γιατί στέκει ακλόνητη στις τύψεις τού δρόμου
κι είναι ατρόμητος δείκτης τού αγαθού και τού νόμου
Ταξιδεύουμε πάλι μαζί
σε μια υπέροχη ζήση που φαντάζει πεζή
ν’ απαντήσουμε ευθύς στης πορείας τα μάκρη
τής θαυμάσιας εμπειρίας το πολύτιμο δάκρυ
Στέκει αγέρωχο εκεί
που υπέροχη τύχη την ψυχή μου εξασκεί
δυνατό και ξεκάθαρο, γεννημένο εντός μου
ανεξίτηλο ορόσημο τής Γνώσης τού Κόσμου
Κι είναι τούτο που πιότερο -λες- με καλεί
απαράμιλλο χάδι και κοπέλας φιλί
σαν δυσπρόσιτος τόπος κι επουράνια πύλη
σε μι’ απρόσμενη πλάση, μαγική κι ερωτύλη
Θα σαλπάρουμε πάλι μαζί και ξανά θά ‘μαι μόνος
σε ταξίδι μακρύ κι οδηγός θά ‘ν’ ο χρόνος
Μια ζωή μαγική ως τού Κόσμου την Πύλη
νοσταλγία παιδική με καλεί πριν καεί το φυτίλι
8 > 9-1-1999, 23:45 > 02:15, 10148 > 10149.
Στους οδηγούς Γιάννη Γ. και Γιάννη Ζ. (14 έτη από τον θάνατό του)
Σφίγγα ίσον Ευάγγελος
Ευθεία ο Νόμος
Ελευθερία το Μέτρον
Ευνομία το Πνεύμα
Ευρυδίκη Αλήθεια, Εντελέχεια
Φως ίσον Άφθονος Κόσμος
Ελπίς, ίσον Κλέος
Ελπίς ίσον Νέος
Άγιος ο Θεός
Ιωδάν ίσον Έτυμον
Κλειώ ίσον Νεύσις
Αμφιον το Άτροπον
Οξύς ίσον Εύελπις
Εύελπις Μόρσιμος
Δαιτα ίσον Αέλιος
Ενιαυτός ίσον Πανδώρα
Δαν ίσον Λήθη
Θεοδότης ο Δατμονας
Ιχθύς Ποσειδών
Ιχθύς Τραγωδία
Το ίσον Όλος
Όμικρον Έμπειρον
Νους, το δις Έμπειρον
Ανκχ (το σχήμα) συν Γέφυρες ίσον Φτερούγες
1 + Φως ίσον Αφρόμορφον
Δις Κόσμος, Πολύτιμος
Άφθονος, Όμορφον
Όμορφον, δις Πόλος
Ρω ίσον Όμορφον
Νέμεσις Κρόνος
Πέλας Αέλιος
Κυανούς ο Αιώνιος
Χρόνιος Εύελπις Όλος
Spirit ο Φοινιξ
Φως, το δις Άφθονον
Ιερός + 1 = Πέρας
Οξύφλογον + 10 = Γνώσις
Πλάτων + 2 = Γνώσις
Πυθαγόρας + 1 = Έτυμον
Λανθάνω + 10 , Μανθάνω
Μηχανή + 10 = Ευάγγελος
Φάος + 100 = Χάος
Μυρρίνη Άχθονος, Ψυχή
Δικαιοσύνη ίσον Εύσημον
Ολόραμα ίσον Άγγελος
Σφίγγα ίσον Ευάγγελος
Ιδέα: 22-9-1998, 14:45, 10040.
Γραφή: 23-9-1998, 18:05 - 18:20, 19:00 - …, 10041.
Ελευθερία το Μέτρον
Ευνομία το Πνεύμα
Ευρυδίκη Αλήθεια, Εντελέχεια
Φως ίσον Άφθονος Κόσμος
Ελπίς, ίσον Κλέος
Ελπίς ίσον Νέος
Άγιος ο Θεός
Ιωδάν ίσον Έτυμον
Κλειώ ίσον Νεύσις
Αμφιον το Άτροπον
Οξύς ίσον Εύελπις
Εύελπις Μόρσιμος
Δαιτα ίσον Αέλιος
Ενιαυτός ίσον Πανδώρα
Δαν ίσον Λήθη
Θεοδότης ο Δατμονας
Ιχθύς Ποσειδών
Ιχθύς Τραγωδία
Το ίσον Όλος
Όμικρον Έμπειρον
Νους, το δις Έμπειρον
Ανκχ (το σχήμα) συν Γέφυρες ίσον Φτερούγες
1 + Φως ίσον Αφρόμορφον
Δις Κόσμος, Πολύτιμος
Άφθονος, Όμορφον
Όμορφον, δις Πόλος
Ρω ίσον Όμορφον
Νέμεσις Κρόνος
Πέλας Αέλιος
Κυανούς ο Αιώνιος
Χρόνιος Εύελπις Όλος
Spirit ο Φοινιξ
Φως, το δις Άφθονον
Ιερός + 1 = Πέρας
Οξύφλογον + 10 = Γνώσις
Πλάτων + 2 = Γνώσις
Πυθαγόρας + 1 = Έτυμον
Λανθάνω + 10 , Μανθάνω
Μηχανή + 10 = Ευάγγελος
Φάος + 100 = Χάος
Μυρρίνη Άχθονος, Ψυχή
Δικαιοσύνη ίσον Εύσημον
Ολόραμα ίσον Άγγελος
Σφίγγα ίσον Ευάγγελος
Ιδέα: 22-9-1998, 14:45, 10040.
Γραφή: 23-9-1998, 18:05 - 18:20, 19:00 - …, 10041.
19
ΙΘ΄
Ήμουνα τού Ήλιου γιος
από μια εκλεκτή γενιά
και ανακάλυψα το Φως
σαν έγινα δεκαεννιά
Τον δρόμο μου φώτιζες
στην καρδιά μου φιλί
και την μοίρα μου όριζες
τής αγάπης σκαλί
Και το Φως ακολούθησα
πού ‘δα μέσα στα μάτια σου
Ήσουν Χάρη και πόθησα
τού κορμιού τα παλάτια σου
Ήσουν Χάρη και φύγαμε
στην φαιδρή Ιρλανδία
και κλεμμένοι κρυφτήκαμε
στ’ ουρανού την μαγεία
Και θυμάμαι τον άνεμο
να φυσά στα μαλλιά σου
αέρι τής Δύσης παράνομο
μού ‘παιρνε τα φιλιά σου
Και θυμάμαι τον φώσφορο
μέσα στην αγκαλιά μου
σα λαμπάδα και πρόσφορο
στην ζωή την παλιά μου
Απ’ τον κόλπο τής Σπέτσια ξεβράστηκα
στην αντιόχθη τού Πλάτωνα σ’ άλλον αιώνα
Στον ειρμό τού Φωτός μια ζωή θυσιάστηκα
κι είχ’ αδελφή γεννημένη στις Σπέτσες γοργόνα
Ιάνθη και Δάφνη, Χριστίνα και Χάρη
μορφές που συνάντησα σ’ όλ’ αυτά τα ταξίδια
ζείτε πάλι μαζί μου, απ’ το ίδιο φεγγάρι
αρπάζετε λάμψη, αναιώνια στολίδια
Θα θυμάμαι τα μάτια σου που βρήκα στα βάθη
φωτεινά να με δείχνουνε σε απρόσμενη δίκη
Το φεγγάρι ανέβαινε στων Ιχθύων τα πάθη
κι η ψυχή μου κατέβαινε σ’ αποτρόπαια νίκη
Κι από τότε σαν σήμερα συναντώ στην ζωή μου
όλ’ αυτά τα κορίτσια που μου δίνουνε θλίψη
Χάρη ‘σουν το πι’ όμορφο άνθος μες στο πρωί μου
Νοσταλγώ την χαρά σου πού ‘χει τόσο μου λείψει
Από τότε σαν σήμερα θυμάμαι τα μάτια σου
το κορμί μου που τό ‘καψαν σα δαφνόφυλλου σώμα
και το Φως που ανακάλυψα στα καθάρια διαμάντια σου
στην αυγή τού δεκάτου-ενάτου αιώνα
Στην Harriet Westbrook
Στίχοι 1-4: 29-11-1998, ~23:30, 10108, Σπάρτη
17-1-1999, 19:30 - 23:10, 10157, Αθήνα
Ήμουνα τού Ήλιου γιος
από μια εκλεκτή γενιά
και ανακάλυψα το Φως
σαν έγινα δεκαεννιά
Τον δρόμο μου φώτιζες
στην καρδιά μου φιλί
και την μοίρα μου όριζες
τής αγάπης σκαλί
Και το Φως ακολούθησα
πού ‘δα μέσα στα μάτια σου
Ήσουν Χάρη και πόθησα
τού κορμιού τα παλάτια σου
Ήσουν Χάρη και φύγαμε
στην φαιδρή Ιρλανδία
και κλεμμένοι κρυφτήκαμε
στ’ ουρανού την μαγεία
Και θυμάμαι τον άνεμο
να φυσά στα μαλλιά σου
αέρι τής Δύσης παράνομο
μού ‘παιρνε τα φιλιά σου
Και θυμάμαι τον φώσφορο
μέσα στην αγκαλιά μου
σα λαμπάδα και πρόσφορο
στην ζωή την παλιά μου
Απ’ τον κόλπο τής Σπέτσια ξεβράστηκα
στην αντιόχθη τού Πλάτωνα σ’ άλλον αιώνα
Στον ειρμό τού Φωτός μια ζωή θυσιάστηκα
κι είχ’ αδελφή γεννημένη στις Σπέτσες γοργόνα
Ιάνθη και Δάφνη, Χριστίνα και Χάρη
μορφές που συνάντησα σ’ όλ’ αυτά τα ταξίδια
ζείτε πάλι μαζί μου, απ’ το ίδιο φεγγάρι
αρπάζετε λάμψη, αναιώνια στολίδια
Θα θυμάμαι τα μάτια σου που βρήκα στα βάθη
φωτεινά να με δείχνουνε σε απρόσμενη δίκη
Το φεγγάρι ανέβαινε στων Ιχθύων τα πάθη
κι η ψυχή μου κατέβαινε σ’ αποτρόπαια νίκη
Κι από τότε σαν σήμερα συναντώ στην ζωή μου
όλ’ αυτά τα κορίτσια που μου δίνουνε θλίψη
Χάρη ‘σουν το πι’ όμορφο άνθος μες στο πρωί μου
Νοσταλγώ την χαρά σου πού ‘χει τόσο μου λείψει
Από τότε σαν σήμερα θυμάμαι τα μάτια σου
το κορμί μου που τό ‘καψαν σα δαφνόφυλλου σώμα
και το Φως που ανακάλυψα στα καθάρια διαμάντια σου
στην αυγή τού δεκάτου-ενάτου αιώνα
Στην Harriet Westbrook
Στίχοι 1-4: 29-11-1998, ~23:30, 10108, Σπάρτη
17-1-1999, 19:30 - 23:10, 10157, Αθήνα
Ηδύτατο Θέλημα
Το πλέον παράξενο ήταν πως τον τόπο ετούτο τον είχα γνωρίσει
σε μια απροσδόκητη επίσκεψη μες στ’ όνειρό μου
στο οποίο πετούσα πάνω απ’ τον χώρο, πού ‘χα τώρα γυρίσει
κι η ψυχή μου φερόταν στις φλέβες τού ανέμου
Κι ήμουν πια τώρα εκεί ψυχή τε και σώματι
το ρόμβο φορώντας των φυγάδων τού απείρου
κι η ψυχή μου ταξίδευε στα πελάγη ασώματη
καθώς όπως στεκόμουν στην στέγη τού ηδύτατου ονείρου
Μες στον άφθονο Ήλιο την Δάφνη ανακάλυψα
και πήρα απ’ το σώμα της χιλιάδες φυλλιά
στο δοχείο τής Ψυχής μου με δέος τα κάλυψα
και το βράδυ τα έριξα μονομιάς στη φωτιά
Ιερέας τού Απόλλωνα σε μι’ απρόσιτη Πλάση
που δεν πρόφτασε ακόμη την ζωή να γιορτάσει
μες στο Φως περιμένοντας να δει καθαρά
της Ιέρειας τα χρώματα μες στην πρώτη χαρά
Μες στα χέρια μου κράτησα γατί μαγικό
κι είδα μέσα στα μάτια του, σε βυθό μυθικό
την πλέον θαυμαστή τού ρόμβου ανταπόκριση
σ’ έναν τόπο ασύλητο, όπου θέλημα λεν το κρασί
7-2-1999, 09:00 - 11:15, 10178
Για γεγονότα που έγιναν στις 2 & 3-6-1997 στο Ίσαρις
σε μια απροσδόκητη επίσκεψη μες στ’ όνειρό μου
στο οποίο πετούσα πάνω απ’ τον χώρο, πού ‘χα τώρα γυρίσει
κι η ψυχή μου φερόταν στις φλέβες τού ανέμου
Κι ήμουν πια τώρα εκεί ψυχή τε και σώματι
το ρόμβο φορώντας των φυγάδων τού απείρου
κι η ψυχή μου ταξίδευε στα πελάγη ασώματη
καθώς όπως στεκόμουν στην στέγη τού ηδύτατου ονείρου
Μες στον άφθονο Ήλιο την Δάφνη ανακάλυψα
και πήρα απ’ το σώμα της χιλιάδες φυλλιά
στο δοχείο τής Ψυχής μου με δέος τα κάλυψα
και το βράδυ τα έριξα μονομιάς στη φωτιά
Ιερέας τού Απόλλωνα σε μι’ απρόσιτη Πλάση
που δεν πρόφτασε ακόμη την ζωή να γιορτάσει
μες στο Φως περιμένοντας να δει καθαρά
της Ιέρειας τα χρώματα μες στην πρώτη χαρά
Μες στα χέρια μου κράτησα γατί μαγικό
κι είδα μέσα στα μάτια του, σε βυθό μυθικό
την πλέον θαυμαστή τού ρόμβου ανταπόκριση
σ’ έναν τόπο ασύλητο, όπου θέλημα λεν το κρασί
7-2-1999, 09:00 - 11:15, 10178
Για γεγονότα που έγιναν στις 2 & 3-6-1997 στο Ίσαρις
2138
Πετούσα μες στ’ όνειρο
κι η ψυχή μου σταμάτησε
σε μια δομή γραφική σα ναό
πού ‘χε στα πλάγια χαραγμένο:
«2138»
Ευχαριστώ τον Θεό
γι’ αυτές τις πτήσεις
μ’ ανεπαίσθητους τρόπους
στο γαλάζιο νεό
τις μικρές ζωντανές απαντήσεις
στης μαγείας τους τόπους
με τους άγραφους νόμους
στους ελεύθερους χρόνους
Στον άνεμο ανάλαφρα πλέοντας
με χέρια ανοιχτά σαν ουράνιος λεόντας
και παλάμες πρηνείς
ορθός, αλεξίπτωτος και προσηνής
Το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα ενωμένα
επάνω στο χέρι τού ανέμου φερμένα
εποπτεύουν τον κόσμο αγγέλοντα
την ειρήνη στον αγέρωχο μέλλοντα
Στου Συγκόσμου την ακτή γεννηθήκαμε
με φτερούγες ευλύγιστες
απλωμένες στον άνεμο
σαν κλαδιά ριζωμένα στον χρόνο
Ελεύσονται καιροί της Αγάπης
στην αγκαλιά της αστράπης
και τής Γνώσης οδοί
στην ηδύτερη ωδή
κι είναι τούτη η ελπίδα
στ’ ουρανού την ασπίδα
κάθε εμπόδιο θ’ αρθεί
και το Πνεύμα θα ‘ρθεί
με φτερούγες ανήλικες
κι όμως έμπειρες, δες!
πως τής γνώσης οι κύλικες
ξαναγίνονται ωδές
και πετούν στο διάστημα
μ’ ένα νέο ανάστημα
φωσφορίζουν γραμμές
στ’ ουρανού τις δομές
13-6-1998, 02:07, 22:50 - 00:20, 9939 - 9940
9-7-1998, ~15:00 - 16:07 , 9965
Το έτος 2137 γίνεται η σύνοδος Δία - Ποσειδώνα στο ζώδιο τού Τοξότη.
Θα ήθελα να ξαναγεννηθώ γύρω στις 24 Μαρτίου 2137 στην ακτή τού Συγκόσμου.
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 2138 σχεδόν όλοι οι πλανήτες από Αφροδίτη έως Πλούτωνα
βρίσκονται σε κατάλληλες θέσεις. Ποιοί άραγε θα γεννηθούν στις 7 ή από 11 έως 17?
κι η ψυχή μου σταμάτησε
σε μια δομή γραφική σα ναό
πού ‘χε στα πλάγια χαραγμένο:
«2138»
Ευχαριστώ τον Θεό
γι’ αυτές τις πτήσεις
μ’ ανεπαίσθητους τρόπους
στο γαλάζιο νεό
τις μικρές ζωντανές απαντήσεις
στης μαγείας τους τόπους
με τους άγραφους νόμους
στους ελεύθερους χρόνους
Στον άνεμο ανάλαφρα πλέοντας
με χέρια ανοιχτά σαν ουράνιος λεόντας
και παλάμες πρηνείς
ορθός, αλεξίπτωτος και προσηνής
Το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα ενωμένα
επάνω στο χέρι τού ανέμου φερμένα
εποπτεύουν τον κόσμο αγγέλοντα
την ειρήνη στον αγέρωχο μέλλοντα
Στου Συγκόσμου την ακτή γεννηθήκαμε
με φτερούγες ευλύγιστες
απλωμένες στον άνεμο
σαν κλαδιά ριζωμένα στον χρόνο
Ελεύσονται καιροί της Αγάπης
στην αγκαλιά της αστράπης
και τής Γνώσης οδοί
στην ηδύτερη ωδή
κι είναι τούτη η ελπίδα
στ’ ουρανού την ασπίδα
κάθε εμπόδιο θ’ αρθεί
και το Πνεύμα θα ‘ρθεί
με φτερούγες ανήλικες
κι όμως έμπειρες, δες!
πως τής γνώσης οι κύλικες
ξαναγίνονται ωδές
και πετούν στο διάστημα
μ’ ένα νέο ανάστημα
φωσφορίζουν γραμμές
στ’ ουρανού τις δομές
13-6-1998, 02:07, 22:50 - 00:20, 9939 - 9940
9-7-1998, ~15:00 - 16:07 , 9965
Το έτος 2137 γίνεται η σύνοδος Δία - Ποσειδώνα στο ζώδιο τού Τοξότη.
Θα ήθελα να ξαναγεννηθώ γύρω στις 24 Μαρτίου 2137 στην ακτή τού Συγκόσμου.
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 2138 σχεδόν όλοι οι πλανήτες από Αφροδίτη έως Πλούτωνα
βρίσκονται σε κατάλληλες θέσεις. Ποιοί άραγε θα γεννηθούν στις 7 ή από 11 έως 17?
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010
Πύλες
Ο ύπνος της αγάπης μου
προφητικός και άυλος
ανούσιος και πλήρης
ανέκφραστος απέραντος
μονολογεί τα περασμένα
πληροφορείται τα μελλούμενα
κι είναι γλυκός απρόσιτος
προφητικός και άυλος
αιωνιότητας υπόσχεση
μέχρι το τέλος του κόσμου
Ποίος τάχα θαρρεί πως μπορεί
τον ύπνο της αγάπης μου να προφητέψει
τους μαγικούς του δίαυλους να κρυφακούσει
που παίζουν ήσυχα τραγούδια μαγικά
στολίδια φωτεινά και φευγαλέα σαν τα μικρά παιδιά
Γιορτές του αιθέρα τα όνειρά της
Καθώς διέρχεται μες απ’ τις πύλες
αδράττει τα μηνύματα
κι ακολουθεί τα νήματα
Καθώς περνά κάτω απ’ τα τρίγωνα
έχει κερδίσει τον αόρατο αγώνα
Ποίος τάχα θαρρεί πως μπορεί
τον ύπνο της αγάπης μου να προμαντέψει
τους μαγικούς του δίαυλους να κρυφακούσει
τις ταραγμένες σκέψεις του ν’ ανακουφίσει
Έτσι προφητική κι αόρατη η αγάπη λες είναι
έρχεται μες απ’ τα βάθη του σύμπαντος
κι είναι στολίδι σταθερό κι απέραντος κόσμος
ατάραχη λίμνη που κατοπτρίζονται
αιθέριες συνάξεις αγγελόπαιδων
που ευαγγελίζονται για μας έναν καινούριο πιο όμορφο κόσμο
20-7-1997, 9611, 22:10 - 22:48
Μερική Έμπνευση: 6-7-1997, ~07:00, 9597, Αγ. Τριάδα Πιερίας
Αφιερωμένο στην Χριστίνα Ζ.
προφητικός και άυλος
ανούσιος και πλήρης
ανέκφραστος απέραντος
μονολογεί τα περασμένα
πληροφορείται τα μελλούμενα
κι είναι γλυκός απρόσιτος
προφητικός και άυλος
αιωνιότητας υπόσχεση
μέχρι το τέλος του κόσμου
Ποίος τάχα θαρρεί πως μπορεί
τον ύπνο της αγάπης μου να προφητέψει
τους μαγικούς του δίαυλους να κρυφακούσει
που παίζουν ήσυχα τραγούδια μαγικά
στολίδια φωτεινά και φευγαλέα σαν τα μικρά παιδιά
Γιορτές του αιθέρα τα όνειρά της
Καθώς διέρχεται μες απ’ τις πύλες
αδράττει τα μηνύματα
κι ακολουθεί τα νήματα
Καθώς περνά κάτω απ’ τα τρίγωνα
έχει κερδίσει τον αόρατο αγώνα
Ποίος τάχα θαρρεί πως μπορεί
τον ύπνο της αγάπης μου να προμαντέψει
τους μαγικούς του δίαυλους να κρυφακούσει
τις ταραγμένες σκέψεις του ν’ ανακουφίσει
Έτσι προφητική κι αόρατη η αγάπη λες είναι
έρχεται μες απ’ τα βάθη του σύμπαντος
κι είναι στολίδι σταθερό κι απέραντος κόσμος
ατάραχη λίμνη που κατοπτρίζονται
αιθέριες συνάξεις αγγελόπαιδων
που ευαγγελίζονται για μας έναν καινούριο πιο όμορφο κόσμο
20-7-1997, 9611, 22:10 - 22:48
Μερική Έμπνευση: 6-7-1997, ~07:00, 9597, Αγ. Τριάδα Πιερίας
Αφιερωμένο στην Χριστίνα Ζ.
Ετικέτες
1997 Ιούλιος,
ΑΦΡΟΜΟΡΦΑ,
Πύλες
Η στέγη των ονείρων μας
Γαλανός ουρανός η σκεπή των ονείρων μας
Του Ήλιου το Φως η ζωή μας και όλος ο Κόσμος η φυλακή μας
Δειλινά σου τού θέρους που οι ίσκιοι αρχίζουν να χάνονται
των πουλιών σου τραγούδια αντηχούν σ’ όλην την έκτασή σου
καθώς τα φτερά τους διασχίζουνε άπερα το γαλάζιο σου
Μέσα και κάτω από φυλλωσιές σταθερά αναπαυόμαστε
και ακούμε στο θρόισμα των φύλλων σου σιγαλιά τ’ ουρανού
κι ατενίζουμε μόνο κυματισμούς απομάκρων σκιών σου
τού γλυκού δειλινού σου χρωμάτων χορούς
στον ορίζοντα
Γαλανός ουρανός το φτερούγισμα της ύπαρξής μας
Του ανέμου το χάδι στο μέτωπο συγκινεί τα φτερά μας
και της Πλάσης σιγή προσεγγίζει τα μάτια μας με αμέτρητους Ήλιους
Βαθύς γαλανός ουρανός. Η Αρμονία του Κόσμου κατοικεί στην καρδιά μου
περιμένοντας ένα φευγαλέο νανούρισμα μες στην αταραξία μας
για νά έρθει ξανά το πρωί που ο Ήλιος θα προβάλλει απ’ το σκότος
με γλυκά των πουλιών σου τραγούδια ενώ οι μορφές σχηματίζονται
και το Φως δυναμώνει και λαμπρύνει τον Κόσμο
Γαλανός ουρανός, των ονείρων μας σκέπη
Γαλανός ουρανός το φτερούγισμα της ύπαρξής μας
και αντιφεγγισμός ομορφιάς στο ρυάκι σου, λιτής αρμονίας
Το νερό σου που άγριο κυλά, δροσερό και διάφανο απ’ την πηγή της ζωής
τα αιθέρια κορμιά μας δροσίζει, την δύναμή μας διαιωνίζει
Η φιλόξενη στέγη των φύλλων στα δέντρα, γίνεται η φωλιά μας
Το διακεχυμένο τ’ ουρανού το γαλάζιο, η σκεπή στα όνειρά μας
18-2-1988, 6171
Αλλαγή εσωτερικού ρυθμού: 30 7-2010
Του Ήλιου το Φως η ζωή μας και όλος ο Κόσμος η φυλακή μας
Δειλινά σου τού θέρους που οι ίσκιοι αρχίζουν να χάνονται
των πουλιών σου τραγούδια αντηχούν σ’ όλην την έκτασή σου
καθώς τα φτερά τους διασχίζουνε άπερα το γαλάζιο σου
Μέσα και κάτω από φυλλωσιές σταθερά αναπαυόμαστε
και ακούμε στο θρόισμα των φύλλων σου σιγαλιά τ’ ουρανού
κι ατενίζουμε μόνο κυματισμούς απομάκρων σκιών σου
τού γλυκού δειλινού σου χρωμάτων χορούς
στον ορίζοντα
Γαλανός ουρανός το φτερούγισμα της ύπαρξής μας
Του ανέμου το χάδι στο μέτωπο συγκινεί τα φτερά μας
και της Πλάσης σιγή προσεγγίζει τα μάτια μας με αμέτρητους Ήλιους
Βαθύς γαλανός ουρανός. Η Αρμονία του Κόσμου κατοικεί στην καρδιά μου
περιμένοντας ένα φευγαλέο νανούρισμα μες στην αταραξία μας
για νά έρθει ξανά το πρωί που ο Ήλιος θα προβάλλει απ’ το σκότος
με γλυκά των πουλιών σου τραγούδια ενώ οι μορφές σχηματίζονται
και το Φως δυναμώνει και λαμπρύνει τον Κόσμο
Γαλανός ουρανός, των ονείρων μας σκέπη
Γαλανός ουρανός το φτερούγισμα της ύπαρξής μας
και αντιφεγγισμός ομορφιάς στο ρυάκι σου, λιτής αρμονίας
Το νερό σου που άγριο κυλά, δροσερό και διάφανο απ’ την πηγή της ζωής
τα αιθέρια κορμιά μας δροσίζει, την δύναμή μας διαιωνίζει
Η φιλόξενη στέγη των φύλλων στα δέντρα, γίνεται η φωλιά μας
Το διακεχυμένο τ’ ουρανού το γαλάζιο, η σκεπή στα όνειρά μας
18-2-1988, 6171
Αλλαγή εσωτερικού ρυθμού: 30 7-2010
Rain Carnations
Είμαστε γεννήματα μιας άλλης εποχής
γαρύφαλλα της ασταμάτητης βροχής
πανεπιστήμονες του ανέμου
γευσιγνώστες τής καθαρότητας
ροδαλοί όπως τα πλοία
περιπλανώμενοι σε θάλασσες πρόσκαιρες
επάνω στης ζωής τα πέταλα
είμαστε της γης οι στήμονες
παντελεήμονες
και γονιμοποιήμονες
ποιμένες της βροχής
ποιμένες της Ψυχής
γεννήματα μιας άλλης εποχής
φορτισμένοι την ευθύνη
είμαστε
σύννεφα που χορεύουν στον αέναο χρόνο
τα σώματα του ανέμου
είμαστε
πέταλα που πλέουν σε πρόσκαιρους ποταμούς
σηκώνοντας στους ροδαλούς τους ώμους
την πλάση
την απώλεια ν’ αποδράσει
είμαστε κιβωτοί
τ’ ουρανού οι κληρωτοί
της γης οι στήμονες
πανεπιστήμονες
περιπλανήμονες
γεννήματα μιας άλλης εποχής
γαρύφαλλα βροχής
που σκορπούν εδώ κι εκεί τα πέταλά τους
στους ποταμούς που δις ουκ αν εμβαίης
φωνάζοντας «Γλιτώστε!
Την ημέρα αυτή που θα ‘ρθεί
με το Φως την Ψυχή σας ενώστε
Τη μέρα που ο Ήλιος θα φανεί
μες στο δοχείο της τροφής
την μέρα που το Φως
μες στο δοχείο της Ψυχής θα λάμψει
θα είστε πια γαρύφαλλα βροχής»
γεννήματα μιας άλλης εποχής
Do you believe in rain carnations?
4-9-1996, 23:07, 9292
γαρύφαλλα της ασταμάτητης βροχής
πανεπιστήμονες του ανέμου
γευσιγνώστες τής καθαρότητας
ροδαλοί όπως τα πλοία
περιπλανώμενοι σε θάλασσες πρόσκαιρες
επάνω στης ζωής τα πέταλα
είμαστε της γης οι στήμονες
παντελεήμονες
και γονιμοποιήμονες
ποιμένες της βροχής
ποιμένες της Ψυχής
γεννήματα μιας άλλης εποχής
φορτισμένοι την ευθύνη
είμαστε
σύννεφα που χορεύουν στον αέναο χρόνο
τα σώματα του ανέμου
είμαστε
πέταλα που πλέουν σε πρόσκαιρους ποταμούς
σηκώνοντας στους ροδαλούς τους ώμους
την πλάση
την απώλεια ν’ αποδράσει
είμαστε κιβωτοί
τ’ ουρανού οι κληρωτοί
της γης οι στήμονες
πανεπιστήμονες
περιπλανήμονες
γεννήματα μιας άλλης εποχής
γαρύφαλλα βροχής
που σκορπούν εδώ κι εκεί τα πέταλά τους
στους ποταμούς που δις ουκ αν εμβαίης
φωνάζοντας «Γλιτώστε!
Την ημέρα αυτή που θα ‘ρθεί
με το Φως την Ψυχή σας ενώστε
Τη μέρα που ο Ήλιος θα φανεί
μες στο δοχείο της τροφής
την μέρα που το Φως
μες στο δοχείο της Ψυχής θα λάμψει
θα είστε πια γαρύφαλλα βροχής»
γεννήματα μιας άλλης εποχής
Do you believe in rain carnations?
4-9-1996, 23:07, 9292
Στον Καταρράκτη τού Χρόνου
Νοιώσε
Νοιώσε την δροσιά τής αύρας που χτυπά στο κορμί σου
καθώς έρχεται απ’ τα βάθη τής θάλασσας
απ’ τις ακρογιαλιές πέρ’ απ’ τον ορίζοντα
κι απ’ την Άμμο των Ήλιων τ’ Ουρανού
Νοιώσε το κύμα που πλαταγίζει στην πέτρα
το ορυκτό άλας τού χρόνου στο προσωπό σου
και την υφαλοκρηπίδα τού χάους
Νοιώσε την ζωή που κυλά γύρω σου
Ανάπνευσε
Ανάπνευσε τον ίδιο πανάρχαιο αέρα που ανέπνεαν οι ζωντανοί
σ’ όλους τους τόπους τής Γης
καθώς κατεβαίνει απ’ τα όρη διαβαίνοντας τις χαράδρες
και χαϊδεύει τα κλαδιά των δέντρων στις πλαγιές και στις πεδιάδες
Ζήσε στην απεραντοσύνη τού Κόσμου
Πιες απ’ το διάφανο νερό της Ζωής
Δροσίσου στο νερό τού Καταρράκτη
καθώς έρχεται μές απ’ τον Χρόνο
καταρρέοντας απ’ τα σύννεφα τ’ Ουρανού
κατρακυλώντας απ’ τις πέτρινες πηγές των βουνών
ρέοντας μες στις υπόγειες σπηλιές
…ακολουθώντας τον δρόμο τής ζωής
θα διαβείς την άβυσσο και θα περιπλανηθείς στις θάλασσες
κάτω απ’ τα γκρίζα σύννεφα στην Εποπτεία τού Ήλιου
θα κολυμπήσεις στην Ελευθερία και θ’ αντικρύσεις την Ομορφιά
να σου στέλνει τα μηνύματά της με τρισεκατομμύρια Ήλιους
και ο δρόμος της θά ‘ναι ατέλειωτος
καθώς έρχεσαι αλλάζοντας Μορφές απ’ τα βάθη τού πριν
πηγαίνοντας προς την ατέρμονη μεταβολή τού ύστερα
περνώντας για μια στιγμή απ’ την Αμμουδιά τ’ Ουρανού
με το κύμα να σε σπρώχνει σαρώνοντας την ακρογιαλιά
καθώς έρχεται απ’ την γη πέρ’ απ’ τον κύκλο τού ορίζοντα
μοιάζοντας με τ’ αστρόφως ενός άγνωστου μακρινού ουρανού
που ακόμα δεν είδες
Στημένος πάνω σ’ ένα σύννεφο
σα μια σταγόνα που δεν έπεσε
αφού περιπλανηθείς στους ανέμους
σύντομα θα καταρρεύσεις απ’ τον ουρανό
για να κυλήσεις στον Καταρράκτη του Χρόνου
ρέοντας μέσα στης γης τα ποτάμια
περιπλανώμενη ύλη στο κύμα τού απείρου ανέμου
28-4-1988, 6241
Νοιώσε την δροσιά τής αύρας που χτυπά στο κορμί σου
καθώς έρχεται απ’ τα βάθη τής θάλασσας
απ’ τις ακρογιαλιές πέρ’ απ’ τον ορίζοντα
κι απ’ την Άμμο των Ήλιων τ’ Ουρανού
Νοιώσε το κύμα που πλαταγίζει στην πέτρα
το ορυκτό άλας τού χρόνου στο προσωπό σου
και την υφαλοκρηπίδα τού χάους
Νοιώσε την ζωή που κυλά γύρω σου
Ανάπνευσε
Ανάπνευσε τον ίδιο πανάρχαιο αέρα που ανέπνεαν οι ζωντανοί
σ’ όλους τους τόπους τής Γης
καθώς κατεβαίνει απ’ τα όρη διαβαίνοντας τις χαράδρες
και χαϊδεύει τα κλαδιά των δέντρων στις πλαγιές και στις πεδιάδες
Ζήσε στην απεραντοσύνη τού Κόσμου
Πιες απ’ το διάφανο νερό της Ζωής
Δροσίσου στο νερό τού Καταρράκτη
καθώς έρχεται μές απ’ τον Χρόνο
καταρρέοντας απ’ τα σύννεφα τ’ Ουρανού
κατρακυλώντας απ’ τις πέτρινες πηγές των βουνών
ρέοντας μες στις υπόγειες σπηλιές
…ακολουθώντας τον δρόμο τής ζωής
θα διαβείς την άβυσσο και θα περιπλανηθείς στις θάλασσες
κάτω απ’ τα γκρίζα σύννεφα στην Εποπτεία τού Ήλιου
θα κολυμπήσεις στην Ελευθερία και θ’ αντικρύσεις την Ομορφιά
να σου στέλνει τα μηνύματά της με τρισεκατομμύρια Ήλιους
και ο δρόμος της θά ‘ναι ατέλειωτος
καθώς έρχεσαι αλλάζοντας Μορφές απ’ τα βάθη τού πριν
πηγαίνοντας προς την ατέρμονη μεταβολή τού ύστερα
περνώντας για μια στιγμή απ’ την Αμμουδιά τ’ Ουρανού
με το κύμα να σε σπρώχνει σαρώνοντας την ακρογιαλιά
καθώς έρχεται απ’ την γη πέρ’ απ’ τον κύκλο τού ορίζοντα
μοιάζοντας με τ’ αστρόφως ενός άγνωστου μακρινού ουρανού
που ακόμα δεν είδες
Στημένος πάνω σ’ ένα σύννεφο
σα μια σταγόνα που δεν έπεσε
αφού περιπλανηθείς στους ανέμους
σύντομα θα καταρρεύσεις απ’ τον ουρανό
για να κυλήσεις στον Καταρράκτη του Χρόνου
ρέοντας μέσα στης γης τα ποτάμια
περιπλανώμενη ύλη στο κύμα τού απείρου ανέμου
28-4-1988, 6241
Ετικέτες
1988 Απρίλιος,
Στον Καταρράκτη τού Χρόνου
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)